Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ-ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ



                             
Το διήγημα λέγεται «Τα κάλαντα» και δημοσιεύτηκε στο Μπουκέτο, το περιοδικό ποικίλης ύλης που φιλοξένησε μεγάλο μέρος της ποιητικής και της πεζής παραγωγής του Λαπαθιώτη, από το 1924 ίσαμε το τέλος της ζωής τους. Όπως θα περιμένατε, δημοσιεύτηκε σε χριστουγεννιάτικο τεύχος, στο τεύχος της 26ης Δεκεμβρίου 1929. Το παραθέτω εδώ, μονοτονισμένο φυσικά. Η ορθογραφία έτσι κι αλλιώς ήταν σχεδόν η ίδια με τη σημερινή.
Τα κάλαντα

Χριστουγεννιάτικο
Από πολύ πρωί, σχεδόν προτού να βγει ο ήλιος, είχαν πάρει σβάρνα όλη τη γειτονιά, και είχαν πει τα κάλαντα σ’ όλα τα γύρω σπίτια. Δεν είχαν αφήσει πόρτα, μάντρα, μαγαζί, να μη χτυπήσουν…
— Ναν τα πούμε; Ναν τα πούμε;… Ώς το μεσημέρι, η βόλτα τους ήταν τελειωμένη. Και μην έχοντας πού αλλού να πάνε, πήγαιναν ξανά στα ίδια σπίτια.
Ήταν ο Μήτσος, ο Τάσος κι ο Λεύτερης –αυτοί που τραγουδούσαν— κι ο Γιώργος με το τρίγωνο, κι ο Κώτσος που βαρούσε τη φυσαρμόνικα.
Κι η δουλειά είχε πάει φίνα. Οι τσέπες τους ήταν βαριές από δεκάρες κι από φράγκα.
Είχαν τόσους γνωστούς, παντού! Όλες οι γυναίκες τούς ήξεραν, όλος ο κόσμος, σχεδόν, τους αγαπούσε: Δεν ήταν σπίτι, που να μην είχαν κάνει, κάποτε, θελήματα —μαγαζί, που να μην είχαν, κάποτε, δουλέψει…
Ώς κι ο μπαρμπα-Στάθης, ο μπακάλης, ο γκρινιάρης, που του ’χαν σπάσει κάποτε τα τζάμια, έβγαλε και τους έδωσ’ ένα δίφραγκο…
Κατά τις δυο τ’ απόγεμα, αφού τσίμπησαν λίγο φαΐ, στο πόδι, αποφάσισαν να ξανοιχτούν και σ’ άλλες γειτονιές.
Ο Κώτσος, που ήταν γενικός ταμίας τους, είχε τη σοφή ιδέα, για να μη βαραίν’ η τσέπη του, να μαζέψει όλη τη γαζέτα, και να την πάει σ’ έναν καπνοπώλη, να την κάνει, ολόκληρη, χαρτί…
Δεν τραγουδούσαν και πολύ καλά —αλλά, σ’ αυτές τις περιστάσεις, η πρόθεση είναι το παν! Κι εκείνοι που τους άκουγαν, δεν είχαν, βέβαια, απαίτηση ν’ ακούσουν και Καρούζο! Έφτανε που τα ’λεγαν, απλώς, «για το καλό»…
Και το βράδυ τούς βρήκε μακριά, στην άλλη άκρη της Αθήνας.
Βραχνιασμένοι, κατακουρασμένοι, έκατσαν σ’ ένα ζαχαροπλαστείο να ξεκουραστούν. Η εσοδεία ήταν τόσο άφθονη, ώστε σκέφτηκαν πως είχαν το δικαίωμα κι αυτοί να το ρίξουν λίγο όξω, μια κι η περίσταση το είχε φέρει έτσι. Απ’ τους κουραμπιέδες προχώρησαν στους μπακλαβάδες και τα γαλατομπούρεκα —ώσπου δε μπορούσαν να χωρέσουν άλλο…
Κι επειδή ένα έξοδο φέρνει αμέσως τ’ άλλο, αποφάσισαν να πάνε και στον κινηματογράφο.
Μπήκαν μέσα, με το τρίγωνο και με τη φυσαρμόνικα, χωρίς να ξέρουν τι ταινία έπαιζε, και κάθισαν μπροστά, στις πρώτες θέσεις, που ήταν αδειανές.
Η ταινία παράσταινε κυνηγητά, απαγωγές, ληστείες. Ένα μικρό παιδί ήταν ο ήρως. Αυτός γινόταν ο ανέλπιστος σωτήρας, κι έκανε θαύματα πραγματικά παλικαριάς…
Η σάλα ήταν γιομάτη κόσμο: Φαντάροι, ναύτες και πολίτες, στριμωγμένοι όλοι, φύρδην μίγδην, παρακολουθούσαν την ταινία, και χειροκροτούσαν κάθε φορά που ο μικρός νικούσε ή κατάφερνε κανένα νέο κόλπο, εις βάρος των οχτώ αγριανθρώπων που είχαν κλέψει με  τη βία μια κοπέλα, για να μάθουν κάποιο μυστικό…
Όταν τελείωσε ο κινηματογράφος —επειδή ήταν νωρίς ακόμα— έμειναν και στη δεύτερη παράσταση.
Ήθελαν να ξαναδούνε την ταινία, που τους είχε δώσει τόσες συγκινήσεις. Και την ξαναείδαν πάλι, ξαναπερνώντας απ’ τις ίδιες περιπέτειες, και ξαναδοκιμάζοντας τις ίδιες συγκινήσεις —ώσπου ξανατελείωσε, υπό τα γενικά χειροκροτήματα, και το πανί τούς είπε «Καληνύχτα»…
Η ώρα ήταν δώδεκα και τέταρτο.
Τότε αποφάσισαν να γυρίσουν σπίτια τους. Κι επειδή, σ’ αυτό το μεταξύ, είχαν ξαναπεινάσει, κάθισαν πάλι, σ’ ένα μαγαζί, κι έφαγαν πέντε πιάτα λουκουμάδες.
Και ξεκινήσαν για τη γειτονιά τους, χοροπηδώντας και κάνοντας αστεία, βαρώντας καρπαζιές ο ένας τον άλλο, με φωνές και με κυνηγητά…
Κι ενώ προχωρούσαν έτσι, αφού είχαν στρίψει ένα σωρό γωνιές, ξαφνικά ανακάλυψαν πως είχαν χάσει το δρόμο…
Γύρω τους, τώρα, δεν υπήρχαν σπίτια αλλά ένας κάμπος, βαθύς και σκοτεινός, που ποτέ τους δεν τον είχαν ξαναδεί…
Σταμάτησαν τις τρέλες τους με μιας, και κοιταχτήκανε κι οι πέντε μ’ απορία…
Δεν περπατούσαν πια σε δρόμο, αλλά περνούσαν μέσ’ από χωράφια, και τα πόδια τους βούλιαζαν μέσ’ στο χώμα, που φαινόταν σαν υγρό απ’ τις βροχές.
Δεν υπήρχε γύρω τους τίποτε, παρά, πού και πού, ο ίσκιος ενός δέντρου. Τ’ άστρα έλαμπαν ψηλά, στον ουρανό, κι η αστροφεγγιά τους ήταν τόσο δυνατή, που προχωρούσαν μέσ’ στα σκοτεινά, χωρίς να ξέρουν κατά πού βαδίζουν, αλλά και δίχως να παραπατάνε…
Και στα χέρια τους δεν κρατούσαν πια, ούτε το τρίγωνο, ούτε τη φυσαρμόνικα. Αντί όμως, να βάλουν τις φωνές και να γυρίσουν, να ψάξουνε στο δρόμο —αυτό το πράμα, το πολύ παράξενο, τους φαινόταν τόσο φυσικό, που δε σκέφτηκε κανένας να μιλήσει…
Περπατούσαν σιωπηλοί κι εκστατικοί, με τα μάτια καρφωμένα στον ορίζοντα, μ’ εμπιστοσύνη, δίχως να φοβούνται… Μόνο που τώρα, δίχως να το θέλουν και δίχως να σκεφτούν γιατί το κάνουν, ήταν κι οι πέντε τους πιασμένοι απ’ τα χέρια.
Η ησυχία ήταν τόσο απόλυτη, ώστε οι καρδιές τους, που χτυπούσαν, ακουγόντουσαν μ’ έναν ήχο ρυθμικό και κρυσταλλένιο. Κι ενώ προχωρούσαν, το σκότος άρχισε να γίνεται λιγότερο. Θα ’λεγε κανένας, πως άρχιζε να ξημερώνει. Και τότε είδαν πως, το φως αυτό, ήταν το φως ενός μεγάλου άστρου, ενός μεγάλου άστρου δυνατού, που ξεχώριζε ανάμεσ’ από τ’ άλλα, σ’ ένταση, σε γλύκα και σε πάθος, όπως ξεχωρίζει το βιολί μέσ’ στους άλλους ήχους της Ορχήστρας!
Και προχωρούσαν προς το φως, αυτό, μαγεμένοι και σαν υπνωτισμένοι, δίχως να νοιάζονται καθόλου πού πηγαίνουν, με την καρδιά πλημμυρισμένη ευτυχία, σαν να ’χαν πιει, χωρίς να καταλάβουν, κάποιο γλυκό κι αλλόκοτο κρασί…
Αυτό το πράμα βάσταξε, δεν ξέρω πόση ώρα.
Κι έπειτα είδαν κάποια λάμψη που τρεμόσβηνε, σ’ ένα μικρό σπιτάκι, μακριά.
Ήθελαν, δεν ήθελαν, τα πόδια τους τούς έφερναν εκεί.
Κι ενώ πλησίαζαν, ο πρώτος ήχος που ’φτασε στ’ αυτιά τους, ήταν σαν ένα πράο μουγκρητό, σαν ένα βέλασμα προβάτων μακρινό, κι η μαλακή φωνή μιας αγελάδας…
Τότε κατάλαβαν πως η μικρή εκείνη μάντρα, ήταν μια φτωχική μικρούλα στάνη —και στο βάθος της μικρής εκείνης στάνης μια μικρούλα ξύλινη καλύβα.
Και καθώς προχώρησαν να μπούνε μέσ’ στη μάντρα, γιατί μια δύναμη παράξενη τούς έσπρωχνε, είδαν κόσμο συναγμένο μέσα. Κι όλος αυτός ο κόσμος ήταν πολύ αλλιώτικα ντυμένος. Ήταν ζωσμένο το κορμί του με προβιές, κι είχε τους ώμους και τα πόδια του γυμνά.
Τότε θέλησαν να προχωρήσουν παραμέσα. Γλίστρησαν μέσ’ απ’ τους αμίλητους ανθρώπους, που στεκόσανε τριγύρω σαν αγάλματα, κι οι περισσότεροι ήταν γονατισμένοι –κι έφτασαν ώς την πόρτα της καλύβας,
Στην αρχή δε μπόρεσαν να διακρίνουν τίποτε. Τόσο πολύ τούς θάμπωσε το δυνατό το φως, που ’βγαινε απ’ τα βάθη της καλύβας. ‘Έπειτα, όμως, σιγά σιγά συνήθισαν, κι άρχισαν να βλέπουν καθαρά.
Η καλύβα ήταν φωτισμένη, ήταν πλημμυρισμένη από φως, χωρίς να φαίνεται ολότελα, στο μάτι, από πού ερχόταν τόση λάμψη! Κοίταζαν με μάτια θαμπωμένα, και δε μπορούσαν να τ’ ανακαλύψουν…
Είδαν τότε, στη μέση της καλύβας, καθισμένη χάμω μια γυναίκα, το πρόσωπό της δε φαινότανε διόλου. Στην αγκαλιά της είχ’ ένα μωρό.
Ήταν καθισμένη χάμω, σ’ ένα παχύ, χοντρό δεμάτι άχερα, κι ήταν προσηλωμένη στο μωρό της. Δε σήκωνε τα μάτια από πάνω του.
Δίπλα της στεκόταν ένας άντρας, που, κι αυτός, ήταν ντυμένος σαν τους άλλους, με μια προβιά στη μέση, και ξυπόλυτος.
Κι οι δυο κοιτούσαν με λαχτάρα το μωρό.
Τότε η γυναίκα σήκωσε τα μάτια, και μια στιγμή τα κάρφωσε στο πλήθος. Φαινόταν νέα και πολύ ωραία, με μάτια τρυφερά και πονεμένα —μάτια τόσο γιομάτα καλοσύνη, που τα παιδιά κατάλαβαν αμέσως, πως έπρεπε κι αυτά να γονατίσουν…
Έγειραν και τα πέντε στη σειρά, κι η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά. Ένιωθαν τώρα μια παράξενη λατρεία, μια καινούργια κι ανεξήγητη λατρεία, δίχως να μπορούν να πούνε λέξη, σα να τους είχαν πάρει τη μιλιά!
Δεν ακουγόταν τίποτ’ άλλο, στην καλύβα, παρά το βέλασμα των ήμερων προβάτων, που πλάγιαζαν τριγύρω στη γυναίκα, κι είχαν ακουμπισμένα τα κεφάλια τους, στα γόνατά της και στη μαύρη της ποδιά.
Κι ήταν, παντού, σα μια πανώρια μουσική, σα μιαν αόρατη, μεγάλη αρμονία, λες κι όλα τραγουδούσαν, δίχως ήχους, ένα βαθύ κι αιώνιο σκοπό.
Και τα παιδιά έγειραν το κεφάλι κι ακούμπησαν το μέτωπο στο χώμα.
Κι ενώ ήταν σκυμμένα έτσι, χάμω, και τα χείλη τους φιλούσανε το χώμα, άκουσαν, άξαφνα, σαν ποδοβολητά αλόγων.
Σήκωσαν τότε τα κεφάλια τους και κοίταξαν. Και είδαν, πίσω τους, στην είσοδο της μάντρας, να ξεπεζεύουν τρεις ωραίοι άντρες, ακόμα πιο παράξενα ντυμένοι.
Φορούσαν ρούχα βελουδένια, κι είχαν απάνω, κεντημένα με χρυσάφι, τ’ άστρα, και στη μέση το φεγγάρι. Στ’ αυτιά τους ήταν περασμένα σκουλαρίκια, και κουβαλούσανε πολύτιμα κουτιά, σκαλισμένα, γύρω γύρω, με ζεντέφια.
Μόλις ξεπέζεψαν, προχώρησαν κι οι τρεις, κι έφτασαν ώς την πόρτα της καλύβας. Έπεσαν τότε χάμω, και προσκύνησαν. Κι αφού φιλήσανε το χώμα και προσκύνησαν, σηκώθηκαν και στάθηκαν στη μέση. Κι άνοιξαν τα πολύτιμα κουτιά.
Κι όλος ο τόπος γιόμισε αρώματα μεθυστικά κι αλλόκοτα λιβάνια, που σκέπασαν τη μυρουδιά του στάβλου, και την αποφορά της κοπριάς —κι έκαμαν τη φτωχή μικρή καλύβα, να μοσχοβο­λάει σα ναός…
Κι έβγαλαν μέσ’ απ’ τα κουτιά φανταχτερά στολίδια —ρουμπίνια και τοπάζια κι αμεθύστους, και περιδέραια όλα μαργαριτάρια– και τ’ ακουμπήσαν στης γυναίκας την ποδιά…
Και τα παιδιά σηκώσανε τα μάτια τους, και ξανακοίταξαν μπροστά τους, θαμπωμένα…

* * *

Και καθώς άνοιξαν τα μάτια να κοιτάξουν, βρέθηκε, το καθένα, μέσ’ στα ρούχα του, στο φτωχικό συνηθισμένο του κρεβάτι…
Τότε, το καθένα χωριστά, είπε, μέσ’ στα βάθη της ψυχής του, πως όλ’ αυτά, τα είχε δει μέσ’ στ’ όνειρό του… Και γι’ αυτό, το βράδυ που ξανάσμιξαν, δεν έκαμαν ολότελα κουβέντα.
Επειδή, βλέπεις, τα παιδιά, δεν είναι σαν και μας, τους πιο μεγάλους, που φλυαρούμε διαρκώς το καθετί, και ξαναλέμε ό,τι είδαμε στον ύπνο μας. Εκείνα δεν το συζητούν ποτέ, ούτε το σχολιάζουν μεταξύ τους.
Κι εξ άλλου, το ξεχνούν την ίδια μέρα…

/25/lapathiotis-kalanta/

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΠΑΡΑΓΟΥΝ ΝΕΕΣ ΛΕΞΕΙΣ


Κύριε καθηγητά,  συχνά  ακούμε να λέγεται ότι τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά είναι δυο νεκρές γλώσσες. Γιατί λοιπόν να συνεχίσουμε να τις μελετούμε;
«Ομολογώ ότι, εδώ και καιρό, όταν μου απευθύνουν αυτή την ερώτηση, έχω αρχίσει να αντιδρώ έντονα. Όχι για το ερώτημα αυτό καθαυτό, ούτε σε σχέση με όποιον μoυ ζητάει, όπως εσείς, να εκφράσω την άποψή μου, αλλά εναντίον εκείνων που θέτουν το θέμα στα σοβαρά και διερωτώνται αν ακόμη αξίζει τον κόπο να μελετούμε τον αρχαίο ελληνικό και λατινικό πολιτισμό. Ε, λοιπόν, μου έρχεται να τους πω, ούτε λίγο ούτε πολύ: δεν μπορούμε να διαγράψουμε την Ιστορία, σωπάστε πια! Απέναντι σε όποιον θέτει το ερώτημα στα σοβαρά, αντιδρώ άσχημα και του απαντώ: ‟Είσαι επιβλαβής για την πολιτιστική, οικονομική, επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη”. Και θέλω να γίνει σαφές ότι δεν πρόκειται για αντιπαράθεση της ουμανιστικής κουλτούρας – ιδίως της κλασικής – με την επιστημονική. Υπερασπίζομαι σθεναρά την ουσιαστική σημασία και των δύο. Κι ας πάψουμε να θεωρούμε νεκρές γλώσσες τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά. Αρκεί να πούμε ότι τα λατινικά υπάρχουν σε όλες τις λατινογενείς γλώσσες και τα αρχαία στα νέα ελληνικά, αλλά αυτό είναι το ελάχιστο. Η ιστορία του πολιτισμού μας, όπως αναπτύχθηκε στο πέρασμα των αιώνων – και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει, καταδεικνύει ότι τα αρχαία ελληνικά είναι μια γλώσσα (μοναδική στον κόσμο απ’ όσο γνωρίζω) που παράγει όχι μόνο χρήσιμες λέξεις αλλά και αποτελεσματική επικοινωνία, ακόμη και αν δεν είναι πλέον ομιλούμενη εδώ και  αιώνες. Αν από ένα αστείο της τύχης υπήρχε στον κόσμο ένας άνθρωπος, που δεν είχε δει ποτέ ένα τηλέφωνο, αλλά γνώριζε την αρχαία ελληνική, όταν του μιλούσαν για το τηλέφωνο, θα καταλάβαινε απόλυτα σε τι αυτό χρησιμεύει και θα ήταν σε θέση να το χρησιμοποιήσει. Έχετε ποτέ σκεφτεί ότι η αρχαία ελληνική, μη ομιλούμενη γλώσσα, κάθε άλλο όμως παρά νεκρή, συνεχίζει να παράγει νέες λέξεις και επιτρέπει να “ονοματοδοτούνται”, κατά τρόπο αρκετά αποτελεσματικό, πράγματα που δεν υπήρχαν όταν αυτή ήταν ομιλούμενη,  όπως για παράδειγμα η ηλεκτροδυναμική ή η φωτογραφία, εκτός από το τηλέφωνο, που είπαμε πιο πάνω; Εν ολίγοις, πιστεύω ότι η λογική επιβάλλει  να αντιστρέψουμε το πρόβλημα. Ανάγκη αποδείξεων δεν έχουν όσοι υπερασπίζονται τη χρησιμότητα της μελέτης και γνώσης της κλασικής κουλτούρας, αλλά όσοι αμφισβητούν τη χρησιμότητά των αρχαίων πολιτισμών και, ενδεχομένως, φθάνουν στο σημείο ακόμη και να την αρνούνται».
Στο γνωστό απόφθεγμα του Κικέρωνα «Ιστορία, δασκάλα της ζωής» θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ένα άλλο, λιγότερο γνωστό, εκείνο του Γκαετάνο Ντε Σάντις (Gaetano De Sanctis)[1]: «Ζωή, δασκάλα της Ιστορίας». Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε ότι οι κλασικοί «επιβιώνουν», αφού δεν πεθαίνει η ανάγκη μας να τους θέτουμε  πάντα νέα και επίκαιρα ερωτήματα;
«Όντας στη διάθεση των ανθρώπων που τους γνωρίζουν και τους ξαναδιαβάζουν, οι “μεγάλοι κλασικοί” (και όχι μόνο οι αρχαίοι Έλληνες και οι Λατίνοι) δεν είναι ποτέ μόνοι τους. Συνυπάρχουν μαζί με άλλους κλασικούς και με τους σύγχρονους κάθε εποχής. Δεν παραμένουν μυστηριωδώς αιωνόβιοι ούτε καν μοχθούν να επιβιώσουν, απλά συμβιώνουν με τους ανθρώπους όλων των εποχών. Σε αυτό έγκειται το μεγαλείο και η αναγκαιότητά τους: δεν επιβιώνουν, αντίθετα συμβιώνουν με κάθε εποχή. Δεν μπορούμε να τους εγκαταλείψουμε στον δρόμο, γιατί αργά ή γρήγορα θα μας φθάσουν, με ανοιχτές τις εναλλακτικές λύσεις τους, με τα θέματα της σκέψης τους, από τα οποία ποτέ δεν θα ξεφύγουμε, με τις λέξεις τους που καθημερινά κουβαλάμε στις αποσκευές μας: διασχίζουν τον χρόνο μεταβαλλόμενοι και όχι περαστικοί, μας προσκαλούν να πάρουμε ένα χώρο ελεύθερης, μεγαλειώδους και επίπονης σκέψης,  ανήσυχης και συναρπαστικής, ασφαλούς πηγής προόδου. Σίγουρα δεν είναι μόνο η κλασική παιδεία που έχει αξία (αυτό οπωσδήποτε θα ήταν βαρετό), αλλά και αυτή: ένα βήμα παραπάνω, ένα δυνατό χαρτί να το παίξουμε στο τραπέζι της ζωής, έναν θησαυρό που δεν πρέπει να χάσουμε, έναν πλούτο που μας χαρίστηκε και πρέπει να είμαστε αρκετά υποψιασμένοι, ώστε να επενδύσουμε σε αυτόν. Οφείλουμε να συνεχίσουμε να γνωρίζουμε τους μεγάλους κλασικούς κάθε εποχής, απλά και μόνο επειδή συμβιώνουν μαζί μας, ζούμε από αυτούς και με αυτούς. Μόνο οι πολύ μεγάλοι είναι σε θέση να θέτουν πάντα ερωτήματα και να προκαλούν ερεθίσματα τέτοια, ώστε να σκέφτεται κανείς πάνω στα προβλήματα που θέτουν  αυτά τα ερωτήματα».
Το ελληνο-ρωμαϊκό σύμπαν αποτελεί σίγουρα έναν από τους βασικούς πυλώνες του ευρωπαϊκού πολιτισμού μας. Σήμερα η ευρωπαϊκή κοινωνία εξελίσσεται, γίνεται μια πολυπολιτισμική κοινωνία. Σε αυτό το νέο σενάριο πιστεύετε ότι οι κλασικοί (Έλληνες και Λατίνοι) θα εξακολουθήσουν να «μιλούν» στις μελλοντικές γενιές; Και, αν ναι,  με ποιο τρόπο οι «ειδικοί» θα τους βοηθήσουν, ώστε να θεωρούνται ακόμη «συνομιλητές»;
«Απλά συνεχίζοντας να τους μελετούν, αναζητώντας αδιάκοπα τον καλύτερο τρόπο να τους εξηγούν και να τους κάνουν κατανοητούς. Δεν είναι αλήθεια ότι οι μεγάλοι κλασικοί έχουν λύσει τα σημαντικότερα προβλήματα της ανθρωπότητας (το κοινότοπο “τα έχουν πει όλα” είναι μια επιφανειακή και επικίνδυνη ανοησία), αφού άλλωστε τα βασικά προβλήματα του ανθρώπου δεν πρόκειται ποτέ να επιλυθούν μια για πάντα. Οι μεγάλοι κλασικοί έθεσαν ουσιαστικά και αναπόφευκτα ζητήματα, τα οποία μας οδηγούν επαγωγικά να αναστοχαζόμαστε σε κάθε εποχή. Ζητήματα όπως η σχέση ανάμεσα στους θείους νόμους, αιώνιους και άγραφους, και τους ανθρώπινους, γραπτούς και ιστορικούς, που τέθηκαν από την Αντιγόνη, δεν πρόκειται ποτέ να “επιλυθούν”. Κάθε φορά θα αντιμετωπίζονται,  θα εξετάζονται, θα εμβαθύνονται  και ο Σοφοκλής θα είναι πάντα εκεί, για να τα προτείνει με αδήριτη δύναμη. Τα παραδείγματα θα μπορούσαν εύκολα να πολλαπλασιαστούν, ο καθένας τα συναντά στη ζωή του, ίσως χωρίς να το συνειδητοποιεί. Σκεφτείτε τις διάφορες ερμηνείες και παραστάσεις των μεγάλων τραγικών, που έχουν δοθεί στη διάρκεια των αιώνων: τις περισσότερες φορές προκαλούν γκρίνια για προδοσία του πρωτότυπου, αλλά κάνουν λάθος οι πιστοί στο αυθεντικό (puristi) να ενοχλούνται, να σκανδαλίζονται και να ταμπουρώνονται. Οι μεγάλοι κλασικοί πρέπει διαρκώς να προδίδονται, ώστε να ανακρίνονται και να απαντούν σε κάθε εποχή και σε κάθε άνθρωπο, να παίρνουν διαφορετικές  όψεις και να προκαλούν προβληματισμό. Μόνο ένας μεγάλος κλασικός συχνά προδίδεται και συνεχίζει να συνομιλεί: από κανενός το μυαλό δεν περνά να “προδώσει”, και μάλιστα κατ’ επανάληψη στη διάρκεια των αιώνων, ένα μέτριο έργο, ασήμαντης επιρροής. Ας αναλογιστούμε αυτό: η μοντέρνα και σύγχρονη ρατσιστική ρητορική προέρχεται κυρίως από έναν ανομολόγητο φόβο, που δημιουργείται από άγνοια ή και βλακεία, η οποία μπορεί, με τη σειρά της, να σημαίνει ανικανότητα να χρησιμοποιήσει κάποιος τον πολιτισμό που κατέχει. Το να γνωρίζει κανείς καλά τη δική του ιστορία και το εύρος του δικού του πολιτισμού τον καθιστά δυνατό και ασφαλή, συνεπώς τον βοηθά να μην φοβάται το διαφορετικό, να ξεπερνά αυτή τη γελοία ρατσιστική ρητορική, που η επικαιρότητα μας προσφέρει, αναδεικνύοντας μόνο τον φόβο των αδύναμων».
.....................
Το να διαβάζει κανείς είναι…
«…να ζει…»


Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΓΡΑΦΗ






Προτάσεις για δημιουργική γραφή:

  • Ο Μενέλαος μετά τη συνάντηση με τη γερόντισσα γράφει στο ημερολόγιο του…

  • Ένα γράμμα στην Ελισάβετ Μουτζάν ή στην Ελένη της «Μεταμφίεσης» της Γαλανάκη (το δεύτερο μπορεί να διδαχτεί ως παράλληλο κείμενο.)

  • Η Ελένη μετά την…. αποτυχημένη αναγνώρισή της από το Μενέλαο μονολογεί…

Και για τη Λογοτεχνία Β Γυμνασίου :

  • Ο στίχος «όταν πεθαίνει ένα παιδί» μπορεί να αποτελέσει τον πρώτο στίχο των δικών μας ποιημάτων.

  • Μια άλλη εξέλιξη στο « Ένας αριθμός» του Τσέχωφ.

Σύντομα οι δημιουργίες των μαθητών…

"Η ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ" - (ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Β' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ : ΕΝΟΤΗΤΑ 5η )

 

Βιντεάκι αφόρμησης :

  


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Αγαπητοί μου, ας μη γινόμαστε αγριότεροι από τα ζώα. Σ’ εκείνα, όλα είναι κοινά και κανένα δεν έχει περισσότερα από τα άλλα. Εσύ όμως, αν και είσαι άνθρωπος, γίνεσαι πιο άσπλαχνος από το θηρίο, κλείνοντας ερμητικά σε ένα σπίτι όσα τρόφιμα θα αρκούσαν για να θρέψουν αμέτρητους φτωχούς.
Και βέβαια, δεν είναι μόνο η φύση κοινή σ’ εμάς, αλλά και άλλα περισσότερα. Είναι κοινός ο ουρανός και ο ήλιος και η σελήνη και τα αστέρια και η θάλασσα και η ξηρά και η ζωή και ο θάνατος και τα γηρατειά και η αρρώστια και η ανάγκη για τροφή και ενδύματα.
Πώς λοιπόν, δεν είναι παράλογο αυτοί που μοιράζονται τόσα πολλά μεταξύ τους, στα χρήματα να είναι τόσο πλεονέκτες και να μην τηρούν πιστά την ίδια ισότητα ; Γιατί ο θάνατος απομακρύνει βέβαια από την απόλαυση, οδηγεί όμως στην λογοδοσία. Για να μη συμβεί λοιπόν αυτό, ας χρησιμοποιήσουμε πολλή ελεημοσύνη. Γιατί αυτή είναι η βασίλισσα των αρετών και η οποία θα μας απαλλάξει από τη λογοδοσία. Ας κάνουμε λοιπόν ωφέλιμα τα πλεονάσματα, αφού παραμερίσουμε τον πολύ πλούτο, και την ημέρα της κρίσης, ακόμα κι αν έχουμε διαπράξει αμέτρητα παραπτώματα, ο Θεός θα μας συγχωρήσει.
  

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ:ΝΤΙΚΕΝΣ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ



Κάρολος (Τσαρλς) Ντίκενς (1812-1870) είναι κορυφαίος Άγγλος μυθιστοριογράφος και διηγηματογράφος (και δημοσιογράφος και ηθοποιός), που έζησε στη βικτοριανή εποχή και άφησε πλούσιο έργο, ιδιαίτερα αγαπητό ακόμα και σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο. Γεννήθηκε στο Πόρτσμουθ από μεσοαστική οικογένεια, αλλά το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του το πέρασε στο Λονδίνο. Λόγω πτώχευσης και φυλάκισης του πατέρα του πέρασε τραυματικά παιδικά και εφηβικά χρόνια, καθώς αναγκαζόταν να δουλεύει σκληρά. Ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και αργότερα εξελίχτηκε στον πιο δημοφιλή συγγραφέα της εποχής του, ενώ πολλά μυθιστορήματα του διασκευάστηκαν για το θέατρο, όπου σημείωσαν πολύ μεγάλη επιτυχία.
— Τα θέματα που τον απασχολούν στα έργα του είναι κοινωνικά προβλήματα της εποχής του: οι απαράδεκτες συνθήκες που επικρατούσαν στην εκπαίδευση, στα σωφρονιστήρια, στους χώρους εργασίας, καθώς και η κοινωνική αδικία με την εκμετάλλευση των αδυνάτων (ιδίως των παιδιών), η άθλια ζωή των φτωχών, το έγκλημα, η βία. Ο Ντίκενς δημιούργησε πολλούς τύπους ανθρώπων, όπως ο κύριος Πίκγουικ, ο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, ο Όλιβερ Τουίστ, ο Σκρουτζ, οι οποίοι έγιναν διάσημοι.
— Από τα έργα του επηρεάστηκαν πολλοί αξιόλογοι συγγραφείς της Ευρώπης, ενώ σήμερα ο Ντίκενς θεωρείται ο δεύτερος μεγάλος συγγραφέας της Αγγλίας ύστερα από το Σαίξπηρ.
- Έργα (υπογραμμίζουμε τα πιο γνωστά). Τα σκιαγραφήματα του «Μποζ» - Τα χαρτιά τον Πίκγουικ — Όλιβερ Τουίστ — Νικόλας Νίκελμπυ — Το παλαιοπωλείο —Μπάρναμπυ Ρατζ — Αμερικανικές σημειώσεις — Εικόνες από την Ιταλία — Χριστουγεννιάτικα διηγήματα - Ο Μάρτιν Τσάζελγουιτ - Ντόμπευ και υιος – Δαβίδ Κόππερφηλντ — Σκοτεινό σπίτι — Η μικρή Ντόρριτ — Η ιστορία δύο πόλεων — Οι μεγάλες προσδοκίες — Ο κοινός μας φίλος — Το μυστήριο του Έντγουιν Ντρουντ.


Θεματικά κέντρα
♦ Χριστούγεννα, παραδόσεις, ήθη και έθιμα.
♦ Θρησκευτικές γιορτές. Το νόημα και η σημασία τους για τους ανθρώπους.
♦ Η φιλαργυρία.


Στο ανθολογημένο απόσπασμα σκιαγραφείται ο χαρακτήρας του τσιγκούνη και δύστροπου Σκρουτζ, έτσι όπως αποκαλύπτεται από τη συμπεριφορά στον υπάλληλο του, αλλά, κυρίως, από τη στάση που κρατά απέναντι στη γιορτή των Χριστουγέννων. Ο συγγραφέας παίρνει αφορμή από αυτή τη στάση για να εξυμνήσει, μέσα από τα λόγια του ανιψιού, το βαθύτερο νόημα του εορτασμού της γέννησης του Θεανθρώπου, που είναι η προσέγγιση του πλησίον και η αγάπη προς το συνάνθρωπο χωρίς διακρίσεις.


Το νόημα των Χριστουγέννων για το θείο και για τον ανιψιό
-Το νόημα των Χριστουγέννων για το Σκρουτζ
- Ο Σκρουτζ έχει υποτιμητική, απαξιωτική και απάνθρωπη άποψη για τον εορτασμό των Χριστουγέννων, η οποία αποδίδεται με λίγα λόγια; με τον ιερόσυλο χαρακτηρισμό σαχλαμάρες, που συνοδεύεται με ένα περιφρονητικό Μπα. Έτσι, κρίνει ότι τα Χριστούγεννα δεν είναι πηγή χαράς και ευτυχίας, όπως είναι τα πλούτη {Και τι λόγο έχεις να 'σαι χαρούμενος; Ποιο δικαίωμα να 'σαι ευτυχισμένος; Είσαι δα αρκετά φτωχός! και με ειρωνεία: Μωρέ, πολύ καλό θα σου κάνουν! Πολύ καλό σου έκαναν ως τα τώρα!), αλλά σχεδόν καταραμένα (φτάνει στο σημείο να ξεστομίσει την υβριστική φράση Ξορκισμένα να 'ναι τα Χριστούγεννα!), επειδή
-πρόκειται για μια εποχή οικονομικής αφαίμαξης {πρέπει να πληρώνεις λογαριασμούς), κατά την οποία διαπιστώνει κανείς με τη λήξη του οικονομικού έτους και τους ισολογισμούς ότι γίνεται φτωχότερος {Μια εποχή που κάνεις τους ισολογισμούς σου και βρίσκεις ότι ζημιώνεις — δε σε κάνουν ούτε μια στάλα πλουσιότερό).
- Παράλληλα θεωρεί ότι είναι χαζοί και ηλίθιοι όσοι αισθάνονται χαρούμενοι τα Χριστούγεννα και είναι άξιοι για σκληρή τιμωρία {ζω σ' έναν κόσμο με τόσους χαζούς — Αν ήταν στο χέρι μου, συνέχισε αγανακτισμένος, τον κάθε ηλίθιο που τριγυρίζει λέγοντας με το παραμικρό «Καλά Χριστούγεννα», θα τον έβαζα να βράσει μέσα στην ίδια τον την πουτίγκα και να θαφτεί μ' ένα παλούκι από λιόπρινο χωμένο στην καρδιά τον. Ετσι θα 'πρεπε!).
- Όλη αυτή η στάση του Σκρουτζ για το νόημα των Χριστουγέννων οφείλεται στην αρρωστημένη σχέση που έχει με το χρήμα.


β. Το νόημα των Χριστουγέννων για τον ανιψιό του Σκρουτζ
 
— Ο ανιψιός του Σκρουτζ προσεγγίζει τα Χριστούγεννα με ολότελα διαφορετικό τρόπο από εκείνον του θείου του, στα επιχειρήματα του οποίου αντιτάσσει το ουσιαστικό νόημα της γιορτής αυτής, το οποίο είναι γενικά η αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους. Γι' αυτόν:
-Μπορούμε να ωφεληθούμε από τα Χριστούγεννα, που μας κάνουν καλό στην ψυχή (Υπάρχουν, υποθέτω, πολλά πράγματα που θα μπορούσα να χα δει καλό, μα δεν επωφελήθηκα απάντησε ο ανιψιός. Κι ανάμεσα στ' άλλα, είναι και τα Χριστού­γεννα — πιστεύω πως μου έκαναν καλό και πως θα μου κάνουν).
-Τα Χριστούγεννα είναι μια γιορτή που της οφείλουμε σεβασμό για το ιερό τους όνομα και την προέλευση.
-Τα Χριστούγεννα είναι μια εποχή καλή, ευχάριστη. Μια εποχή όλο καλοσύνη, συμπόνια, φιλευσπλαχνία και χαρά.
ν' Οι άνθρωποι νιώθουν ότι τους δένει μια κοινή μοίρα. Τα Χριστούγεννα είναι η μόνη γιορτή του χρόνου κατά την οποία οι άνθρωποι, ξεπερνώντας τις κάθε λογής διακρίσεις, πλησιάζουν ελεύθερα ο ένας τον άλλο, ανοίγουν τις καρδιές τους και ενώνουν τις προσδοκίες τους σε ένα στόχο, τη μέλλουσα ζωή: Η μόνη απ'όσες ξέρω μέσα στο μακρύ ημερολόγιο του χρόνου όπου άντρες και γυναίκες, σαν μια ψυχή, ανοίγουν λεύτερα τις καρδιές τους και αναλογίζονται τους άλλους σαν πραγματικούς συνταξιδιώτες προς τον τάφο, κι όχι σαν μια άλλη ράτσα πλασμάτων που έχουν διαφορετικό προορισμό.
— Έτσι, αντιστρέφει τη φράση του Σκρουτζ Ξορκισμένα να 'ναι (ενν. τα Χριστούγεννα) με τη φράση ας είναι ευλογημένα.


Ο εορτασμός των Χριστουγέννων — Οι γιορτές (προσωπικές και οικογενειακές, θρησκευτικές, εθνικές) έχουν μεγάλη σημασία για τον άνθρωπο — ειδικά οι θρησκευτικές και κυρίως η γιορτή των Χριστουγέννων, γιατί τα Χριστούγεννα επικρατεί εορταστική ατμόσφαιρα, μακριά από την πεζή και μίζερη καθημερινότητα με τις έγνοιες, τις εργασίες κτλ. Αυτή την ατμόσφαιρα τη διαμορφώνουν πολλά στοιχεία: το εορταστικό ντύσιμο, τα καλά φαγητά, ο πανηγυρικός εκκλησιασμός, η συνάντηση συγγενών σε σπίτια, η ανταλλαγή δώρων και ευχών, η αναβίωση παραδόσεων, συνηθειών και εθίμων, η κυριαρχία της αγάπης ανάμεσα στους ανθρώπους κ.ά. Όλα αυτά φέρνουν μια εξαιρετική ψυχική ευφορία, χαρά και ευτυχία .
http://filologikagymnasium.blogspot.gr/2012/01/blog-post_13.html 

      

ΙΛΙΑΔΑ - ΡΑΨΩΔΙΑ Ζ : ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ



1) Να αναλύσετε τα παρακάτω χαρακτηριστικά επίθετα :
 
λοφοσείστης Έκτωρ (στίχ. 369)

λευκόχερην Ανδρομάχην (στίχ. 371)

πολύδωρη (στίχ. 395)

θείος Πηλείδης (στίχ. 414-415)

του Διός αιγιδοφόρου (στίχ. 420)

των ιπποδάμων Τρώων (στίχ. 460)


2) Να συμπληρώσετε τα κενά στις ακόλουθες προτάσεις:
 
- Η ιστορία της πατρικής οικογένειας της Ανδρομάχης από άποψη τεχνικής λειτουργεί ως ………………………………………….. και ……………………………….....
-Το όνομα «Σκαμάνδριος» το έδωσαν στο γιό τους ο Έκτορας και η Ανδρομάχη, για να τιμήσουν …………………………………………………………………………………………………………
- Το όνομα «Αστυάνακτας» το έδωσαν οι Τρώες στο γιο του Έκτορα, για να τιμήσουν ………………………………………………………………………………………………………...
- Ο λόγος της Ανδρομάχης στηρίζεται κυρίως στο ……………………………………………………………………..........................................
- Ο Έκτορας δεν πείθεται από την Ανδρομάχη να εγκαταλείψει τον πόλεμο, επειδή α)………………………………………………………………………………………………………. και β)……………………………………………………………………….....................................
- Για τους ήρωες της Ιλιάδας η θεμελιώδης αξία είναι η …………………………………………………………….....................................................

3) Πώς ονομάζονται τα ερωτήματα (στίχ. 377-380); Γιατί τα χρησιμοποιεί ο Όμηρος και πώς λειτουργούν από άποψη αφηγηματικής τεχνικής;

4) Ποιο μέρος επιλέγεται από τον Όμηρο ως τόπος συνάντησης των δύο συζύγων και γιατί;


5) Ποια επιχειρήματα χρησιμοποιεί η Ανδρομάχη για να πείσει τον Έκτορα να μην ξαναπάει στη μάχη; Ποια πρόταση του κάνει τελικά;

6) Ποιο στοιχείο αφηγηματικής τεχνικής υπάρχει στους στίχους 407-408 και 432;


7) Το ήθος ποιου προσώπου εξαίρει(=αναδεικνύει) η Ανδρομάχη στο λόγο της; Γιατί σ’ αυτό το σημείο υπάρχει «επική ειρωνεία»;

8) Ν’ αναπτύξετε την ορθολογιστική αλλά και συνάμα μοιρολατρική θεωρία του Έκτορα για την αντιμετώπιση του θανάτου (στίχ. 488-489).


9) Να παρουσιάσετε αναλυτικά την εκτενή παρομοίωση στους στίχους 505-514.

10) Να περιγράψετε τη συναισθηματική κατάσταση της Ανδρομάχης και του Έκτορα σ’ αυτή τη σκηνή.


11) Η Ανδρομάχη παρουσιάζεται ως αφοσιωμένη σύζυγος αλλά και «εξαρτημένη» από τον Έκτορα. Είναι συναισθηματική, εκδηλωτική, και διακριτικά τρυφερή ενώ παράλληλα τη διακρίνει επινοητικότητα και ευστροφία. Η έντονη επιθυμία να τον κρατήσει κοντά της την κάνει παρεμβατική ενώ τέλος ως μητέρα είναι στοργική κι αφοσιωμένη στο παιδί της.

Ο Έκτορας προβάλλεται ως γενναίος πολεμιστής που διακατέχεται από ηρεμία και ψυχραιμία. Είναι αποφασιστικός, προσηλωμένος στις αρχές του και διορατικός. Επιπλέον προβάλλεται αφοσιωμένος σύζυγος με διακριτική τρυφερότητα καθώς και πατέρας στοργικός και τρυφερός. Φαίνεται, εξάλλου, αισιόδοξος και στοχαστικός ενώ στο τέλος ως αδελφός στέκεται καλός συμπαραστάτης.


Να αιτιολογήσετε τους πιο πάνω χαρακτηρισμούς της Ανδρομάχης και του Έκτορα με βάση τη συγκεκριμένη σκηνή.
 
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...