Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

"ΤΟ ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΟ ΦΛΟΥΡΙ"




ΠΑΥΛΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ  "Το μοιρασμένο φλουρί"                                                                                                        
  Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου 'πεσε - ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη, όπως φτώχυνε στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα- βγήκε μοιρασμένο. Πώς έρχονται τα πράματα καμιά φορά! Ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει τα κομμάτια των παιδιών, σταμάτησε σαν να θυμήθηκε κάτι.
«Ξεχάσαμε» είπε «το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να 'ρθει ύστερ' από τους αγίους. Ας είναι όμως. Θα το κόψω τώρα και ύστερα θ' αρχίσω τα παιδιά. Πρώτα ο φτωχός».

Κατέβασε το μαχαίρι. «Του φτωχού ...» ονομάτισε. Έπειτα ερχότανε το δικό μου το κομμάτι, που ήμουν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά. Καθώς τραβούσε όμως το κομμάτι του φτωχού, για να κόψει το δικό μου, το χρυσό φλουρί κύλησε απάνω στο τραπεζομάντιλο. Το κόψιμο της πίτας σταμάτησε. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον, κι ο πατέρας όλους μας. «Ποιανού είναι τώρα το φλουρί;» είπε η μητέρα μου. Του ζητιάνου ή του Πέτρου; Εγώ λέω πως είναι του Πέτρου». Η καημένη η μητέρα. Το είχε καημό να μου πέσει εμένα το φλουρί, γιατί ήμουν άτυχο παιδί. Ποτέ μου δεν είχα κερδίσει τίποτε. «Ούτε του ζητιάνου είναι» είπε ο πατέρας μου «ούτε του Πέτρου». Το σωστό σωστό. Το φλουρί μοιράστηκε. Ήτανε ανάμεσα στα δυο κομμάτια. Καθώς τα χώρισε το μαχαίρι, έπεσε κάτω. Το μισό είναι του ζητιάνου, το μισό του Πέτρου.» «Και τι θα γίνει τώρα;» ρώτησε στεναχωρημένη η μητέρα μου. «Τι θα γίνει; ...» συλλογιζόμαστε κι εμείς. « Μην πονοκεφαλάτε ...» είπε ο πατέρας. Άνοιξε το πορτοφολάκι του, έβγαλε από μέσα δύο μισές χρυσές λίρες -το χρυσάφι τότε δεν είχε κρυφτεί ακόμα- και τις ακούμπησε στο τραπέζι: «Να τι θα γίνει. Αυτή φυλάχτε τη να τη δώσετε στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα μας. Είναι η τύχη του. Η άλλη μισή είναι του Πέτρου». Και μου την έδωκε. «Καλορίζικη! Και του χρόνου, παιδί μου. Είσαι ευχαριστημένος;» Ήμουν και με το παραπάνω. Η ιδέα, μάλιστα, πως είχα συντροφέψει με το ζητιάνο με διασκέδαζε πολύ. «Θα του τη δώσω εγώ, με το χέρι μου...» είπα. Γελούσαμε όλοι με την παράξενη τύχη μου. Τα άλλα παιδιά με πειράζανε: «Ο σύντροφος του ζητιάνου». Μονάχα ο πατέρας μου δε γελούσε. Εκείνος με τράβηξε κοντά του, με φίλησε και μου είπε: «Μπράβο σου. Είσαι καλό παιδί». Το άλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε η πόρτα. Κάτι μου έλεγε πως ήταν ο ζητιάνος, που έφτασε βιαστικός να πάρει το μερίδιό του. Έτρεξα στην πόρτα, με τη μισή λίρα. Ήταν ένας γέρος ζητιάνος με κάτασπρη γενειάδα, γειρτός από τα χρόνια. Και μουρμούριζε ευχές τρέμοντας από το κρύο. «Πάρε, παππού ...» του είπα. Ο γέρος, που δεν έβλεπε καλά και που του είχε γυαλίσει, φαίνεται, παράξενα από μακριά το χρυσό νόμισμα, το 'φερε κοντά στα μάτια του, για να το κοιτάξει καλύτερα. Δε μπορούσε να πιστέψει πως κρατούσε χρυσάφι στα χέρια του τον καιρό εκείνο, που όλοι δίνανε στους ζητιάνους δίλεφτα και μονόλεφτα. «Τι είν' αυτό, παιδάκι μου;» με ρώτησε. «Δυάρα γυαλισμένη;»
«Μισή λίρα είναι, παππού ...» του είπα. «Πάρ' τηνε. Δικιά σου είναι».

Ο καημένος ο ζητιάνος δεν ήθελε να το πιστέψει: «Μήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονιούς σου. Δεν έχω όρεξη να με παίρνουν στις αστυνομίες για κλέφτη, μέρα που είναι». Του εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιρασθεί το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο γέρος έτρεμε τώρα περισσότερο. Μα έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τ' αρρωστημένα του μάτια και είπε: «Ο Θεός είναι μεγάλος. Να ζήσεις, παιδάκι μου, να σε χαίρονται οι γονείς σου. Και ο Θεός να σ' αξιώσει να 'χεις πάντα όλα τα καλά, να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένους. Την ευχή μου να 'χεις». Μου 'δωσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά, κατά τον ουρανό τα αρρωστημένα του μάτια και κατέβηκε, με το ραβδί του, τη σκάλα. Έτσι τέλειωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Μα από τότε, όσες φορές δίνω μια βοήθεια σ' έναν φτωχό, συλλογίζομαι: Τάχα εγώ μοιράζω τα λεφτά μου με το φτωχό ή ο φτωχός μοιράζεται τα λεφτά του μ' εμένα; Αυτό δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε τότε, που μοίρασα με τον παλιό ζητιάνο το φλουρί της βασιλόπιτας.
  http://stchronicls.pblogs.gr/2013/01/to-prwtohroniatiko-floyri-sth-logotehnia-mas.htmlt


Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

                                                       ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
                                                            ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΕ... ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

 

ΥΠΗΡΕΤΡΑ

ΔΙΗΓΗΜΑ ΕΠΙ Τῌ ΕΟΡΤῌ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους… ἡ δεκαοκταέτις κόρη τὸ Οὐρανιὼ τὸ Διόμικο, μελαγχροινὴ νοστιμούλα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της ἐνωρίς, διότι ἦτο μόνη.
Ὁ πατήρ της, ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα-Διόμας, ἀρχαῖος ἐμποροπλοίαρχος πτωχεύσας, ὅστις κατήντησε νὰ γίνῃ πορθμεὺς εἰς τὸ γῆράς του, εἶχεν ἐπιβῆ τῆς λέμβου του περὶ μεσημβρίαν, ὅπως πλεύσῃ εἰς τὴν νῆσον Τσουγκριᾶν, τρία μίλια ἀπέχουσαν, καὶ διαπορθμεύσῃ ἐκεῖθεν εἰς τὴν πολίχνην ἑορτασίμους τινὰς προμηθείας. Ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἐπανήρχετο πρὸς ἑσπέραν, ἀλλ᾽ ἐνύκτωσε καὶ ἀκόμη δὲν ἐφάνη.
Ἡ νέα ἦτο ὀρφανὴ ἐκ μητρός. Ἡ μόνη πρὸς μητρὸς θεία της, ἥτις τῆς ἐκράτει ἄλλοτε συντροφίαν, διότι αἱ οἰκίαι των ἐχωρίζοντο δι᾽ ἑνὸς τοίχου, ἐμάλωσε καὶ αὐτὴ μαζί της διὰ δύο στρέμματα ἀγροῦ, καὶ δὲν ὡμιλοῦντο πλέον. Ἡ νεᾶνις ἐκάθισε πλησίον τοῦ πυρός, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνάψει εἰς τὴν ἑστίαν περιμένουσα τὸν πατέρα της, καὶ ἐκράτει τὸ οὖς τεταμένον εἰς πάντα θόρυβον, εἰς τὰ φαιδρὰ ᾄσματα τῶν παίδων τῆς ὁδοῦ, ἀνυπόμονος καὶ ἀνησυχοῦσα πότε ὁ πατήρ της νὰ ἔλθῃ.
Αἱ ὧραι παρήρχοντο καὶ ὁ πτωχὸς γέρων δὲν ἐφαίνετο.  Τὸ Οὐρανιὼ εἶχεν ἀπόφασιν νὰ μὴ κατακλιθῇ, ἀλλ᾽ ἔμεινεν οὕτως ἡμίκλιντος πλησίον τῆς ἑστίας.
Παρῆλθε τὸ μεσονύκτιον καὶ ἤρχισαν ν᾽ ἀντηχῶσιν οἱ κώδωνες τῶν ναῶν, καλοῦντες τοὺς χριστιανοὺς εἰς τὴν εὐφρόσυνον τῆς ἑορτῆς ἀκολουθίαν.
Ἡ καρδία τῆς νέας ἐκόπηκε μέσα της.
―  Πέρασαν τὰ μεσάνυχτα, εἶπε, κι ὁ πατέρας μου!…
Συγχρόνως τότε ἤκουσε θόρυβον καὶ φωνὰς ἔξωθεν. Ἡ γειτονιὰ εἶχεν ἐξυπνήσει, καὶ ὅλοι ἡτοιμάζοντο διὰ τὴν ἐκκλησίαν.
Ἡ δύστηνος Οὐρανιὼ δὲν ἀντέσχεν, ἀλλ᾽ ἔλαβε τὴν τόλμην νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὸν σκεπαστὸν καὶ περίφρακτον ὑπὸ σανίδων ἐξώστην τῆς οἰκίας, ὅπου κρυπτομένη εἰς τὸ σκότος προέβαλε διὰ τῆς θυρίδος τὴν κεφαλήν.
Μία γειτόνισσα λάλος καὶ φωνασκὸς εἶχεν ἐγερθῆ πρώτη, καὶ ἀφύπνιζε διὰ τῶν κραυγῶν της τοὺς γείτονας ὅλους, ὅσων ὁ ὕπνος ἀνθίστατο εἰς τῶν κωδώνων τὸν κρότον, προσπαθοῦσα νὰ ἐξυπνίσῃ τὸν ἄνδρα καὶ τὰ παιδία της. Ὁ σύζυγός της, Νταραδῆμος, εἶχεν ἀνάγκην μοχλοῦ διὰ νὰ σταθῇ εἰς τοὺς πόδας του.
Ἡ θύρα τῆς οἰκίας των ἦτο ἀντικρὺ τῆς τοῦ μπαρμπα-Διόμα. Τὸ Οὐρανιὼ ἔβλεπε καθαρῶς ἀπέναντί της τὴν γυναῖκα ἐκείνην, κρατοῦσαν φανόν, φωτίζουσαν οἰκτιρμόνως τὰ σκότη τῆς ὁδοῦ διὰ τοὺς διαβάτας καὶ τοὺς γείτονας. Διότι τὸ σκότος ἦτο βαθύ, καὶ ἐλαφρὸς ἄνεμος ἔπνεεν, ὅσος ἤρκει διὰ νὰ μεταφέρῃ ἐκ τῶν χιονοσκεπῶν βουνῶν τὸ ψῦχος καὶ τὸν παγετὸν εἰς τὰς φλέβας τῶν ἀνθρώπων.
Κατ᾽ ἐκείνην τὴν στιγμὴν διῆλθεν ἄνθρωπός τις, ὃν ἰδοῦσα καὶ ἀναγνωρίσασα ἡ Οὐρανιὼ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ μειδιάσῃ.
―  Πῶς! κι ὁ Ἀργυράκης πάει στὴν ἐκκλησιά;… ἐψιθύρισεν.
Ὁ Ἀργυράκης τῆς Γαροφαλιᾶς, ὅστις εἶχε τὸ προνόμιον νὰ προσωνυμῆται ἀπὸ τοῦ ὀνόματος τῆς συζύγου του, εἶχεν εἰπεῖ ἄλλοτε καὶ τὸ λόγιον ἔμεινε παροιμιῶδες «ὅποτε πάω στὴν ἐκκλησιὰ βάια μοιράζουνε». Ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην τὸν ἐξύπνισε βιαίως ἡ Γαροφαλιὰ καὶ τῷ ἐπέταξε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, διότι εἶδε κακὸν ὄνειρον, εἶπεν. Ἐφοβεῖτο μήπως οἱ γύφτισσες (ὑπῆρχον ἀντικρὺ τοῦ οἰκίσκου των πέντε ἢ ἓξ καλύβαι γύφτων νεοφωτίστων), ἔκαμαν μαγείας ἐναντίον της. Καὶ ἂν αὐτὴ ἐπάθαινε τίποτε, Θεὸς νὰ φυλάῃ! ποία ἄλλη θὰ ἐκόλλα τὸν φοῦρνον, οἱ μέρες ποὺ ἔρχονται, «τώρα τὸν Ἁι-Βασίλη» κτλ., εἰς ὅλην τὴν γειτονιά; Ὅλον δὲ τὸ ἄτομόν της ἐνθύμιζε τὴν μητέρα ἐκείνην τῶν Σαράντα Δράκων τοῦ παραμυθιοῦ, ἥτις ἐφούρνιζε μὲ τὰς παλάμας καὶ ἐπάνιζε μὲ τοὺς μαστούς.
Ὁ εὐπειθὴς Ἀργυράκης, ὅστις μόλις ἔφθανε μέχρι τῶν ὤμων τοῦ ἀναστήματός της, ἠγέρθη, ἐφόρεσεν εἰς τὴν κεφαλήν του τὸν γιοργούλη* του, ἐζώσθη τὸ κόκκινον ζωνάρι του, τρεῖς σπιθαμὰς πλατύ, ὑπέδησεν εἰς τοὺς πόδας τὰ πέδιλά του, καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὴν ὁδόν.
Ταυτοχρόνως εἶχεν ἐξέλθει καὶ ὁ Νταραδῆμος, ὅστις ἔπιασεν ὁμιλίαν μὲ τὸν Ἀργυράκη τῆς Γαροφαλιᾶς.
―  Τώρα μ᾽ ἀρέσεις, γείτονα, τῷ λέγει… μὴν εἶσαι ἀλιβάνιστος, διότι εἶναι κατὰ τὰ σκοίνια (καταισχύνη). Τὸ φεγγάρι δὲν εἶναι τώρα παν᾽ τς Ἕλληνες (πανσέληνος) νὰ φοβᾶσαι τὸν ἴσκιο σου τὴν νύχτα…
Τοιαῦτα ἑλληνικὰ ὡμίλει ὁ Νταραδῆμος.
―  Τί νὰ κάμουμε, νὰ σ᾽ ὁρίσω*, γείτονα; ἀπήντησε ταπεινοφρόνως ὁ Ἀργυράκης.
Καὶ ὁ Νταραδῆμος κατέβη εἰς τὴν ὁδόν, προηγουμένης τῆς συζύγου του, κρατούσης πάντοτε τὸν φανόν.
―  Δὲν ξέρουμε, νὰ ἦλθε τάχα ὁ γείτονας; εἶπε τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου καὶ ρίπτουσα ἐκφραστικὸν βλέμμα πρὸς τὴν οἰκίαν τοῦ μπαρμπα-Διόμα.
―  Σωπᾶτε, εἶπε, φέρων τὸν δάκτυλον εἰς τὸ στόμα ὁ Ἀργυράκης, εἶπαν πὼς βούλιαξε…
―  Τί; εἶπεν ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου.
Ὁ Ἀργυράκης ἡτοιμάζετο νὰ διηγηθῇ πῶς καὶ ποῦ τὰ ἤκουσεν, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν γοερὰ καὶ σπαρακτικὴ κραυγὴ ἠκούσθη ἀπὸ τῆς σιγηλῆς οἰκίας, πρὸς ἣν ἔβλεπον οἱ τρεῖς ὁμιληταί.
Ἀπὸ τοῦ σκεπαστοῦ καὶ περιφράκτου ἐξώστου, ἡ δυστυχὴς τὸ Οὐρανιώ, εἶχεν ἀκούσει τὴν λέξιν τοῦ Ἀργυράκη, καὶ ἀφῆκε τὴν κραυγὴν ἐκείνην.
Ἡ ἄστοργος θεία, ἥτις ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον δὲν εἶχε καλημερίσει τὴν ἀνεψιάν της, ἤκουσε τὴν γοερὰν κραυγήν, καὶ λησμονήσασα τότε τὰ τρία στρέμματα τοῦ ἀγροῦ, ἔτρεξε πρὸς βοήθειαν τῆς περιαλγοῦς κόρης.

*  *  *
Περὶ τὴν μεσημβρίαν τῆς αὐτῆς ἡμέρας, ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα-Διόμας εἶχε φορέσει μέχρι τῶν ὤτων καταβαῖνον ὄρθιον τὸ παμπάλαιον φέσι του, εἶχεν ἐνδυθῆ τὴν τσάκαν* του καὶ τὸ ἀμπαδίτικο βρακί του, καὶ καταβὰς εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἔλυσε τὴν μικράν, ἐλαφροτάτην καὶ ὑπόσαθρον λέμβον, καὶ λαβὼν τὰς κώπας ἤλαυνε πρὸς τὴν μεσημβρινώτερον κειμένην μικρὰν νῆσον Τσουγκριᾶν.
Μόνη ἔμεινεν ἡ Οὐρανιὼ εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ μόνος ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐπέβαινε τῆς λέμβου του, ναύτης ὁ αὐτὸς καὶ κυβερνήτης καὶ πρῳρεύς.
Ναυτίλος ἀπὸ τῆς δωδεκαετοῦς ἡλικίας του, ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἀπέκτησεν ἀμοιβαδὸν σκοῦνες, γολέτες καὶ βρίκια, ὕστερον ὑπεβιβάσθη εἰς βρατσέραν, καὶ τέλος ἔμεινε κύριος τῆς μικρᾶς ταύτης λέμβου, δι᾽ ἧς ἐξετέλει βραχείας ἁλιευτικὰς ἢ πορθμευτικὰς ἐκδρομάς. Τὰ περισσεύματα τῶν κόπων του τὰ ἔφαγαν ἄλλοι πάλιν φίλοι, ἀτυχήσαντες καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς θαλασσίους ἐπιχειρήσεις των. Εἰς τὸ γῆράς του δὲν τῷ ἔμεινε ἄλλο τι, εἰμὴ σιδηρᾶ ὑγεία, δι᾽ ἧς ἠδύνατο ἀκόμη ν᾽ ἀντέχῃ εἰς τοὺς θαλασσίους κόπους, χάριν τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου ἐργαζόμενος.
Ἐνίοτε, ἐλλείψει ὁμιλητοῦ, διηγεῖτο τὰ παράπονά του εἰς τοὺς ἀνέμους καὶ εἰς τὰ κύματα:
―  Πῆγα δὰ καὶ στὴν Ἀθήνα, σ᾽ ἐκεῖνο τὸ Ἱππομαχικό*, καὶ μὄδωκαν, λέει, δύο σφάκελα*, νὰ τὰ πάω στὸ Σοκομεῖο, νὰ παρουσιασθῶ στὴν Πιτροπή· πῆγα καὶ στὴν Πιτροπή, ὁ ἕνας ὁ γιατρὸς μὲ ηὗρε γερό, ἄλλος σακάτη, κι αὐτοὶ δὲν ἤξευραν… ὕστερα γύρισα στὸ ὑπουργεῖο καὶ μοῦ εἶπαν, «σύρε στὸ σπίτι σου, κ᾽ ἐμεῖς θὰ σοῦ στείλωμε τὴ σύνταξή σου». Σηκώνομαι, φεύγω, ἔρχομαι δῶ, περιμένω, περνάει ἕνας μήνας, ἔρχονται τὰ χαρτιὰ στὸ λιμεναρχεῖο, νὰ πάω, λέει, πίσω στὴν Ἀθήνα, ἔχουν ἀνάγκη νὰ μὲ ξαναϊδοῦν. Σηκώνω τριάντα δραχμὲς ἀπὸ ἕνα γείτονα, γιατὶ δὲν εἶχα νὰ πάρω τὸ σωτήριο γιὰ τὸ βαπόρι, γυρίζω πίσω στὴν Ἀθήνα χειμῶνα καιρό, δέκα μέρες μὲ παίδευαν νὰ μὲ στέλνουν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖο στὸ Ἱππομαχικό, κι ἀπ᾽ τὸ Ἱππομαχικὸ στὸ Σοκομεῖο, ὕστερα μοῦ λένε «πάαινε, καὶ θὰ βγῇ ἡ ἀπόφαση». Σηκώνομαι, φεύγω, γυρίζω στὸ σπίτι μου, καρτερῶ… εἶδες ἐσὺ σύνταξη; (ἀπηυθύνετο πρὸς ὑποτιθέμενον ἀκροατήν), ἄλλο τόσο κ᾽ ἐγώ. Ἐπῆρα κ᾽ ἐγὼ τὴν Πηρέτρα καὶ πασκίζω νὰ βγάλω τὸ ψωμί μου.
ΠηρέτραὙπηρέτρα ἦτο τὸ ὄνομα τῆς λέμβου, ὅπερ αὐτὸς τῇ ἔδιδε.
Καὶ παύων νὰ μονολογῇ, ἤρχιζε νὰ τραγῳδῇ διὰ τῆς τραχείας καὶ μονοτόνου φωνῆς του:
Βασανισμένο μου κορμί, τυραγνισμένα νιᾶτα!…
καὶ δὲν ἔλεγεν ἄλλον στίχον.
*  *  *

Καταπλεύσας εἰς τὴν τερπνὴν νῆσον Τσουγκριᾶν, ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐφόρτωσεν ἐπὶ τῆς «Ὑπηρέτρας» πέντε ἢ ἓξ ζεύγη ὀρνίθων, κοφίνους τινὰς ᾠῶν καὶ τυροῦ, δύο ἢ τρεῖς ἰνδιάνους, καὶ ἄλλα τινὰ πράγματα, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ λύσῃ τὰ ἀπόγεια τῆς λέμβου καὶ ν᾽ ἀποπλεύσῃ. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην προσῆλθεν ὁ κουμπάρος του Σταθαρός, ὁ ποιμὴν τοῦ Τσουγκριᾶ, καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ τοῦ κάμῃ τὴν χάριν νὰ παραλάβῃ ὀχληρὸν συμπλωτῆρα… «υἱὸν ὑποζυγίου» ὥριμον πρὸς ἐπίσαξιν… ὅπως κομίσῃ αὐτὸν πρὸς ἕνα τῶν πολυαρίθμων κουμπάρων του εἰς τὴν πολίχνην.
Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐσυλλογίσθη τὸ βάρος, καὶ ἔρριψεν ἀμήχανον βλέμμα εἰς τὸ στενόχωρον καὶ τὴν ἐλαφρότητα τῆς «Ὑπηρέτρας», ἀλλ᾽ ἀφ᾽ ἑτέρου ἐσκέφθη ὅτι μία δραχμή, ὁ ναῦλος τοῦ ὀναρίου, ἦτο κάτι δι᾽ αὐτόν, ἦτο ὁ καπνὸς καὶ ὁ οἶνος τῶν τριῶν σχολασίμων ἡμερῶν τῶν Χριστουγέννων, καὶ ἀπεφάσισε νὰ προσλάβῃ τὸν πῶλον.
Ὁ κουμπάρος Σταθαρὸς εὐχαριστηθεὶς τὸν ἐφίλευσεν ὀλίγα αὐγά, μίαν μυζήθραν, καὶ ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἐπιβιβάσας τὸν πῶλον, ἔλαβε τὰς κώπας, καὶ ἔστρεψε τὴν πρῷραν πρὸς τὸν λιμένα.
Ἀπεμακρύνθη, ἔκαμε πανιά, καί, διανύσας ὑπὲρ τὸ ἓν μίλιον, ἀπεῖχεν ἐξ ἴσου σχεδὸν τοῦ Τσουγκριᾶ καὶ τῆς πολίχνης. Καίτοι βορειανατολικὸς ὁ ἄνεμος, Γραῖος, ὑπεβοήθει ἐκ πλαγίου τὸ ἱστίον, διότι ὁ μπαρμπα-Διόμας ἔδιδε βορειοδυτικὴν εἰς τὴν λέμβον διεύθυνσιν.
Ἀλλ᾽ ὁ πῶλος, ὅστις ἔβοσκεν ἡσύχως τὸ χόρτον του, καὶ δὲν ἐφαίνετο ν᾽ ἀνησυχῇ πολὺ περὶ τοῦ διάπλου, αἴφνης ἐσήκωσε τὸν πόδα, ἔδωκεν ἄτακτον λάκτισμα εἰς τὴν σανίδα… καὶ τὸ μαδέρι τῆς εὐθραύστου καὶ ὑποσάθρου λέμβου διερράγη.
Τὸ ὕδωρ ἤρχισε νὰ εἰσρέῃ εἰς τὸ κύτος.
Ἡ λέμβος ἤρχισε νὰ βυθίζηται.
Ταχὺς ὡς ἡ ἀστραπή, ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἀπέβαλε τὸ βαρύτερον φόρεμα, τὸν ἀμπά του, τὸν ὁποῖον εἶχε φορέσει μόνον ἐνόσῳ ἐκάθητο εἰς τὸ πηδάλιον, ἔγειρε πρὸς τὸ μέρος τῆς σκότας* τοῦ πανίου ἀριστερά, ἐκρεμάσθη ἐπὶ τῆς πλευρᾶς τοῦ σκάφους καὶ κατώρθωσε νὰ μπατάρῃ τὴν λέμβον.
Μέγας ἔγινεν ὁ θρῆνος ὑπὸ τὴν ἀνατραπεῖσαν τρόπιδα. Ὄρνιθες, ἰνδιάνοι, κόφινοι καὶ ὁ αἴτιος τῆς συμφορᾶς, ὁ πῶλος, ὅλα κατῆλθον εἰς τὸν πυθμένα.
Ὁ μπαρμπα-Διόμας, ὅστις ἐκολύμβα ὡς ἔγχελυς, εἶχε καὶ στήριγμα τὴν ἀνατραπεῖσαν «Ὑπηρέτραν», τὴν ὁποίαν ἠμπόδισε τοῦ νὰ βυθισθῇ.
*  *  *
Περὶ τὰς δύο ὥρας ἔμεινεν οὕτως ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐπίστομα ἐπὶ τῶν πλευρῶν τοῦ σκάφους, κρατούμενος διὰ τῶν χειρῶν ἀπὸ τῆς τρόπιδος, μὴ τολμῶν νὰ στηριχθῇ ὅλος ἐπὶ τῶν σανίδων, διότι ἡ λέμβος θὰ ἐβυθίζετο.
Τέλος, περὶ τὴν ἀμφιλύκην, ἐνόσῳ ὑπῆρχεν ἀκόμη ἀρκετὸν φῶς, ὅσον ἔρριπτεν ἡ ἀνταύγεια τῶν χιονοσκεπῶν πέριξ ὀρέων, ἐφάνη μακρόθεν ἓν ἱστίον.
Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἤρχισε νὰ φωνάζῃ μὲ ὅσην δύναμιν τῷ ἔμεινεν ἀκόμη.
Ὁ ἄνεμος ἦτο βοηθητικὸς διὰ τὸ ἐρχόμενον πλοῖον, ὅπερ ἔπλεεν ἐξ ἀνατολῶν πρὸς δυσμάς.
Ἦτο μέγα τρεχαντήριον φορτωμένον.
Αἱ φωναὶ τοῦ μπαρμπα-Διόμα δὲν ἠκούοντο, ὁ ἄνεμος τὰς ὤθει μακρὰν πρὸς τὸν λίβα.
Ἀλλὰ τὸ τρεχαντήριον ἐπλησίαζε καὶ ὁ μικρὸς μαῦρος ὄγκος τῆς ἀνατραπείσης λέμβου διεκρίνετο ὡς φωλεὰ ἀλκυόνος ἐπὶ τῶν κυμάτων.
Καθ᾽ ὅσον ὅμως ἐπλησίαζεν, ἠδύναντο ν᾽ ἀκουσθῶσι καὶ αἱ φωναί. Διότι τὸ ἀνατραπὲν σκαφίδιον, ὠθούμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων, εἶχε μετατοπισθῆ πολλὰς δεκάδας ὀργυιῶν πρὸς τὰ νοτιοδυτικά, καὶ ὁ γέρων ναυαγὸς συνέβαλε καὶ αὐτὸς εἰς τοῦτο διὰ τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν.
Τέλος τὸ τρεχαντήριον προσήγγισε καὶ ἀπέλυσε τὴν λέμβον. Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἤκουσε κώπας πλαταγούσας πλησίον του, ἀλλὰ τόσον μόνον ἤκουσεν. Εὐθὺς κατόπιν ἐλιποθύμησεν.
Οἱ δύο κωπηλάται ἀνέσυραν τὸν μπαρμπα-Διόμαν παγωμένον καὶ ἡμιθανῆ, καὶ τὸν ἀνεβίβασαν εἰς τὸ τρεχαντήριον.
Ἀφοῦ τοῦ ἤλλαξαν τὰ ἐνδύματα, δι᾽ ἐμπνοῶν καὶ προστρίψεων προσεπάθησαν νὰ τὸν ἀνακαλέσωσιν εἰς τὴν ζωήν.
Ὁ κυβερνήτης διέταξε νὰ στρέψωσι πρῷραν πρὸς τὸν λιμένα, ὅπως τὸν ἀποδώσωσι νεκρὸν ἢ ζῶντα εἰς τοὺς οἰκείους του.
Τέλος ὁ πτωχὸς ναυαγὸς ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμούς.
Οἱ καλοὶ ναῦται ἠθέλησαν νὰ τῷ προσφέρωσι ποὺντς καὶ ἄλλα θερμὰ ποτά.
Ἀλλ᾽ ἅμα ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς ὁ μπαρμπα-Διόμας, διὰ τοῦ πρώτου βλέμματος εἶδε βαρέλια.
Τὸ πλοῖον ἦτο φορτωμένον οἴνους.
―Ὄχι πούντς, ὄχι, εἶπε διὰ πεπνιγμένης φωνῆς· κρασὶ δῶστέ μου !
Οἱ ναῦται τῷ προσήνεγκον φιάλην πλήρη ἡδυγεύστου μαύρου οἴνου, καὶ ὁ μπαρμπα-Διόμας τὴν ἐρρόφησεν ἀπνευστί.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, καὶ ἡ θεία εἰς μάτην προσεπάθει νὰ παρηγορήσῃ τὴν σφαδάζουσαν ὑπὸ ἄλγους Οὐρανιώ.
Ἀλλ᾽ ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου ἐλθοῦσα τότε ἀνήγγειλεν ὅτι ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐναυάγησε μέν, ἀλλ᾽ ἐσώθη, καὶ ὅτι ἔφθασεν ὑγιής.
Ὁ Ἀργυράκης καὶ ἄλλοι τινὲς ἀγρόται εἶχον ἴδει, φαίνεται, μακρόθεν τὴν ἀνατροπὴν τῆς λέμβου, καὶ ἐντεῦθεν διεδόθη ὅτι ὁ γέρων ἐπνίγη. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἐνύκτωσε, δὲν εἶδον καὶ τὸ σωστικὸν καὶ οἰνοφόρον τρεχαντήριον.
Ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἐλθὼν μετ᾽ ὀλίγον καὶ ὁ ἴδιος, ἐνηγκαλίσθη τὴν κόρην του. Ὤ, πενιχρὰ ἀλλ᾽ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ!
Τὸ Οὐρανιὼ ἔχυνεν ἀκόμη δάκρυα, ἀλλὰ δάκρυα χαρᾶς. Ὁ πατήρ της δὲν τῆς εἶχε φέρει οὔτε αὐγὰ οὔτε μυζῆθρες οὔτε ὄρνιθες, ἀλλὰ τῆς ἔφερε τὸ σκληραγωγημένον καὶ θαλασσόδαρτον ἄτομόν του καὶ τὰς δύο στιβαρὰς καὶ χελωνοδέρμους χεῖράς του, δι᾽ ὧν ἠδύνατο ἀκόμη ἐπί τινα ἔτη νὰ ἐργάζηται δι᾽ ἑαυτὸν καὶ δι᾽ αὐτήν.
(1888)http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/200-02-05-yphretra-1888

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ... 11 ΔΕΚΕΜΒΡΗ




-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Το παιδί με τα σπίρτα»

Το παιδί της μεγάλωσε. Έκλεισε σήμερα
τα έξι του χρόνια. Το χτένισε όμορφα.
Δε θα ‘χει πια ανάγκη. Περνά και το βλέπει.
Στη γωνιά της πλατείας στέκει σαν άντρας.
Απ’ τα πέντε κουτιά σπίρτα έχει κιόλας
πουλήσει τα τέσσερα. – Παίζει ο χειμώνας
στα δέκα του δάχτυλα. Έγινε νύχτα.
Κοιτάζει η μητέρα του δεξιά της, ζερβά της, απάνω και κάτω.
Σκοτάδι:
«Ας μπορούσεν ανάβοντας το παιδί μου ένα σπίρτο
………..να φωτίσει τον κόσμο.»


Από το βιβλίο Λογοτεχνίας Α Γυμνασίου 


Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ο ΠΑΠΠΟΥΛΗΣ ΤΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ








Ο Ιερός Μητροπολιτικός Ναός του Αγίου Νικολάου στην κεντρική πλατεία της Κοζάνης,συμπληρώνει πλέον 3,5 αιώνες ζωής. Το καμπαναριό της εκκλησίας είναι πλέον το σήμα κατατεθέν της πόλης, σημείο αναφοράς και συνάντησης κατοίκων και ξένων και κοσμεί σήμερα κάθε τι που αναφέρεται στην ιστορία και στην πορεία της Κοζάνης στο χώρο και στο χρόνο. 
 Η ημέρα της γιορτής του αγίου (6 Δεκεμβρίου) είναι γενική αργία για την πόλη.
Δημοτικά και ιδιωτικά καταστήματα, όπως και σχολεία και δημόσιες υπηρεσίες παραμένουν κλειστά, δίνοντας στη μέρα εκείνη μια εντύπωση Κυριακής.
Το προηγούμενο απόγευμα τελείται στον ιερό ναό πανηγυρικός μέγας εσπερινός και την ημέρα της γιορτής, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της Θείας Λειτουργίας, πραγματοποιείται η περιφορά της εικόνας του Αγίου Νικολάου στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, συνοδεία πολιτικών και στρατιωτικών αρχών, της   ΠΑΝΔΩΡΑΣ και της μουσικής του στρατού, ταγμάτων της τοπικής εφορίας οδηγών και προσκόπων και φυσικά πλήθους κόσμου, που γεμίζει ασφυκτικά και από νωρίς τους κεντρικούς δρόμους της πόλης για να συμμετάσχει στην περιφορά της εικόνας του προστάτη αγίου του. Θα πρέπει να υπάρχει κάποιος πολύ σοβαρός λόγος, συνήθως ασθένεια και μάλιστα σοβαρή, για να μη παρευρίσκεται κάποιος στην περιφορά.


Από την ημέρα καθιέρωσης του Αγίου Νικολάου σε πολιούχου της Κοζάνης δεν υπήρξε ούτε μία χρονιά που να μην πραγματοποιηθεί η περιφορά της εικόνας την ημέρα της γιορτής του Αγίου Νικολάου. Κι επειδή εκείνες τις μέρες κάνει κρύο και ρίχνει συνήθως το πρώτο χιόνι του χειμώνα -ούτε αυτό εμποδίζει τον άγιο να τριγυρίσει και να ευλογήσει τους δρόμους της πόλης του- οι γιαγιάδες λένε στα εγγονάκια τους ότι σήμερα χιονίζει γιατί «ο Άι-Νικόλας χτενίζει τα γένια του».
Η επιλογή του Αγίου Νικολάου ως προστάτη του νέου ναού ήτανε μία προσωπική επιλογή του Κοζανίτη άρχοντα Χαρίση Τράντα, ο οποίος επιστρέφοντας από τη Ρωσία, όπου επί χρόνια ζούσε δίπλα σε κάποιο ευκατάστατο θείο του, ο οποίος τον έχρισε γενικό κληρονόμο του, μαζί με το φιρμάνι της άδειας ανέγερσης του νέου ιερού ναού, έφερε μαζί του και κάποιες από τις εκεί συνήθειες.
Ο Άγιος Νικόλαος, θαλασσινός άγιος για τους Έλληνες και την Ορθόδοξη παράδοση, είναι ιδιαίτερα αγαπητός στους ορθοδόξους της Ρωσίας. Ακολουθώντας την παράδοση αυτή ο Τράντας τον επέλεξε και σαν προστάτη άγιο της πόλης του κι ας μην είχε εδώ θαλασσινούς να προστατέψει.
Η οικοδόμηση του ιερού ναού του Αγίου Νικολάου ξεκίνησε το 1664, πριν ακόμα μεταφερθεί η έδρα της Επισκοπής από τα Σέρβια στην Κοζάνη (αυτό τελικά συνέβη το 1745), με πρωτοβουλία του Τράντα, ο οποίος πάσχισε πολύ για την καλοποίηση της πόλης. Κατασκεύασε βρύσες σε διάφορα σημεία του οικισμού, φύτεψε αιωνόβια πλατάνια και έφτιαξε σκεπαστή αγορά.  Είχε προηγηθεί, πάλι με ενέργειες του Τράντα, το όνομα του οποίου φέρει σήμερα ένας από τους μεγαλύτερους και κεντρικότερους δρόμους της πόλης, η ανακήρυξη της Κοζάνης σε «μαλικιανέ», πέρασε δηλαδή στη δικαιοδοσία της μητέρας του Σουλτάνου και μάλλον στο πλαίσιο αυτών των προνομίων της παραχωρήθηκε από την Υψηλή Πύλη και η άδεια οικοδόμησης του νέου ιερού ναού.
Μία παράδοση ότι στην ίδια θέση υπήρχε παλαιότερος ναός, που κατεδαφίστηκε κάποια στιγμή το 17ο αιώνα για να χτιστεί στη θέση του η νέα εκκλησία, δεν επιβεβαιώνεται. Η ανέγερση του νέου ναού αποφασίστηκε εξαιτίας της αύξησης του μεγέθους της πόλης και του αριθμού των κατοίκων της. Άλλωστε, η θέση που επιλέχτηκε για την κατασκευή της νέας εκκλησίας ήταν και τότε όπως και τώρα στο κέντρο του οικισμού, άρα εύκολα προσβάσιμη στους πιστούς, που βοήθησαν ποικιλοτρόπως, όπως ο καθένας μπορούσε, με χρήματα ή και προσωπική εργασία στην κατασκευή του Αγίου Νικολάου. Τα χρόνια επέβαλλαν οι εκκλησίες να μη τραβούν την προσοχή του κατακτητή, όσα προνόμια κι αν είχαν οι πόλεις, γι αυτό κι ο Άγιος Νικόλαος χτίστηκε χαμηλά και στην αρχή τουλάχιστον χωρίς κωδωνοστάσιο.


Το 1721, με νέο φιρμάνι που εξασφαλίζουν από την Υψηλή Πύλη, ο ναός ανακαινίζεται εκ βάθρων (πιθανόν να κατεδαφίστηκε και να χτίστηκε ξανά όλη η εκκλησία) και οι εργασίες ολοκληρώνονται το 1730, επί Επισκόπου Ζαχαρίου, με την αγιογράφηση του ιερού ναού, έργο των Γιαννιωτών αδελφών Νικολάου και Θεοδώρου και μέχρι το 1747 με 1750 ολοκληρώνονται και τοποθετούνται το ιερό τέμπλο κι όλα τα υπόλοιπα ξυλόγλυπτα μέρη του ιερού ναού.
Κατά μία πληροφορία αγιογράφος του τμήματος αυτού ήταν ένας λαϊκός αγιογράφος από τη Σαμαρίνα.  Όλα σχεδόν τα ξυλόγλυπτα καλύπτονται από λεπτό φύλλο χρυσού, ενώ τα φωτοστέφανα των κεντρικών μορφών των τοιχογραφιών καλύπτονται από μονοκόμματες χρυσές πλάκες. Οι τοιχογραφίες του γυναικωνίτη είναι μεταγενέστερες και άλλης τεχνοτροπίας, γεγονός που επιβεβαιώνει την πληροφορία ότι ο γυναικωνίτης χτίστηκε κάποια χρόνια αργότερα από τον κεντρικό ναό.
Άδεια ανέγερσης κωδωνοστασίου δόθηκε το 1728 επί Σου Αχμέτ Γ΄ για να αποκτήσει η εκκλησία «σήμαντρα σιδερένια και ξύλινα». Μέχρι τότε οι πιστοί καλούνταν στις θείες λειτουργίες από το νεωκόρο ή ειδικό κράχτη.
Προγενέστερα και για σύντομο χρονικό διάστημα είχε επιτραπεί η κωδωνοκρουσία, ο ήχος όμως από τις καμπάνες ενοχλούσε τους μουσουλμάνους κατοίκους των τριγύρω από την πόλη χωριών, που ζήτησαν και πέτυχαν την απαγόρευση της.
Κι επειδή ο ναός ήταν χαμηλός και σχεδόν αθέατος από μακρινή απόσταση, οι Κοζανίτες, με τη νέα άδεια στα χέρια τους, αποφασίζουν να χτίσουν ένα ψηλό και επιβλητικό καμπαναριό, τετράγωνο, εμβαδού 42 m2, με προσανατολισμό τέτοιο ώστε κάθε μία από τις τέσσερις πλευρές του να αντιστοιχεί σ ένα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, με 6 ορόφους και 26 μέτρα ύψος, για την εποχή του πύργος σωστός, από τον κάλφα (=πρωτομάστορα) Ανδρέα (από τη Σέλτσα = Εράτυρα του Βοΐου), όπως μαρτυρεί και η επιγραφή στον ανατολικό τοίχο του ισογείου, πάνω και δεξιά.
Το καμπαναριό, που είναι από τότε και μέχρι σήμερα «εμφανές σημείο» και σήμα κατατεθέν της Κοζάνης και δεν τάραξαν ούτε ο μεγάλος πόλεμος, ούτε ο βομβαρδισμός του 1941, που ισοπέδωσε γειτονιές ολόκληρες της πόλης, ούτε ο μεγάλος σεισμός του 1995.
Το πρώτο μέρος του κωδωνοστασίου χτίστηκε, όπως βεβαιώνουν και οι εγγράμματες αναφορές στις τέσσερις όψεις του, το 1855 και στην κορυφή του τρούλου, αντί σταυρού (που απαγορευόταν, αν και οι Κοζανίτες στην αρχή προσπάθησαν να παραβλέψουν την απαγόρευση και για λίγο καιρό το πέτυχαν2) τοποθέτησαν ένα μεταλλικό περιστέρι με ανοιχτές φτερούγες, που από μακριά έδινε την εντύπωση σταυρού. Το πρώτο ρολόι, μιας μόνο όψεως, ήταν δωρεά του Ηλία Κουτσιμάνη και τοποθετήθηκε στην ανατολική πλευρά του κωδωνοστασίου κάποια στιγμή πριν το 1867 (χρονιά θανάτου του δωρητή του).
Το 1939 προστέθηκε ο έβδομος όροφος και τοποθετήθηκε το νέο ρολόι τεσσάρων όψεων, δωρεά του Κωνσταντίνου Μαμάτσιου3, άξιου τέκνου και μεγάλου ευεργέτη της πόλης. Από τότε οι Κοζανίτες χαριτολογώντας ονομάζουν το ρολόι τους «Μαμάτσιο», το όνομα δηλαδή του δωρητή του και περιμένουν με αγωνία, αλλά και αγαλλίαση κάθε χτύπημά του.
agios_nikolaos
Οι πρώτοι χτύποι του νέου ρολογιού των τεσσάρων όψεων ακούστηκαν στις 24:00 της 31ης Δεκεμβρίου 1939. Τον Απρίλιο του 1941 μετά την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα και τον βομβαρδισμό λίγες μέρες αργότερα της Κοζάνης, ο πάνω όροφος του Δημαρχείου καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Από τα θραύσματα η ανατολική και η νότια πλευρά των τριών πάνω ορόφων του κωδωνοστασίου υπέστη επιπόλαια, ανεξίτηλα ωστόσο, τραύματα, το ίδιο όμως παρέμεινε ακλόνητο. Οι εργασίες αποκατάστασής του ολοκληρώθηκαν το 1954 με την επανεγκατάσταση του τρούλου.
Συχνά κατά τη διάρκεια όλων των χρόνων της λειτουργίας του, φιλοξενώντας βασιλιάδες και σπουδαίους πολιτικούς και πνευματικούς ηγέτες, ο Ιερός Μητροπολιτικός Ναός του Αγίου Νικολάου έγειρε πολλές συζητήσεις περί αντικατάστασης ή έστω επιδιόρθωσής του. Πολλές φορές κατά τη διάρκεια των χρόνων της Τουρκοκρατίας, με ευθείς ή πλάγιους τις πιο πολλές φορές τρόπους, η Κοζάνη κατάφερε να εξασφαλίσει από την Υψηλή Πύλη άδειες για την επισκευή της εκκλησίας, αποβλέποντας κυρίως στην κατεδάφιση της παλιάς και στην ανέγερση καινούργιας, συζητήσεις που συνεχίστηκαν και μετά το 1912 και την απελευθέρωση της Κοζάνης. Στις 6 Νοεμβρίου 1926 ο ναός κηρύχτηκε αρχαιολογικό διατηρητέο μνημείο, οπότε κάθε σκέψη για κατεδάφιση και εκ νέου ανέγερση του δεν μπορούσε πλέον να πραγματοποιηθεί.
Ωστόσο οι σκέψεις δημιουργίας νέου ναού συνεχίστηκαν και μετά το 1926, κυρίως λόγω του χαμηλού της εκκλησίας και του σκοτεινού εσωτερικού χώρου, που ταλαιπωρούσε τους ιερείς κατά την εξάσκηση των ιερών καθηκόντων τους. Οι προσπάθειες αυτές έφτασαν σε ένα τελικό στάδιο το 1961 επί Μητροπολίτου Διονυσίου Ψαριανού (1958-1998) και το έργο ανέγερσης του νέου ναού «υπέρθεν του παλαιού ναού» επρόκειτο να ξεκινήσει το 1970, δεν πραγματοποιήθηκε όμως ποτέ, γιατί μερίδα Κοζανιτών διαφώνησε, κυρίως για την τύχη του καμπαναριού, διότι το πρόπλασμα που
είχε εκτεθεί προέβλεπε την κατεδάφισή του και την ανέγερση νέου, μικρότερου στο βορειοδυτικό άκρο του ναού. Το 1986 πραγματοποιήθηκε η αποξήλωση, ο καθαρισμός και η κατασκευή νέας στέγης και ο καθαρισμός των τοιχογραφιών, που είχανε μαυρίσει από τα χρόνια και τους καπνούς των κεριών, που μέχρι πρόσφατα οι πιστοί άναβαν μέσα στο ιερό ναό κι όχι στον πρόναο, όπως σήμερα συνηθίζεται. Η αποκατάσταση του καμπαναριού άρχισε το 1995 με την ευθύνη του Δήμου Κοζάνης και ολοκληρώθηκε κατά ευτυχή συγκυρία λίγο πριν τον καταστροφικό και απρόσμενο για την περιοχή μας μεγάλο σεισμό των 6,6 R της 13ης Μαΐου 1995.
Ο Άγιος Νικόλαος αναγνωρίσθηκε ως πολιούχος της πόλης της Κοζάνης με το Βασιλικό Διάταγμα της 9ης Απριλίου 1953 και φέρει όλα αυτά τα χρόνια της συνύπαρξής μας τον τίτλο του στοργικού παππούλη της Κοζάνης.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...