Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

"ΑΚΟΜΗ ΛΙΓΗ ΘΑΛΑΣΣΑ..." ΑΚΟΜΗ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ...




Στην τριλογία του Μωρίς Αττιά, ο κύριος σκοπός του συγγραφέα, όπως έμμεσα λέει κι ο ίδιος (συνέντευξή του στις Κεραίες της Εποχής μας), δεν ήταν να γράψει αστυνομικά μυθιστορήματα (με τη στενή έννοια). Η πλοκή και στα τρία μέρη της τριλογίας δεν έχει ως κέντρο βάρους τη διαλεύκανση των φόνων. Άλλωστε, είναι τόσο συγκεχυμένες οι πληροφορίες για τα εγκλήματα που η αφήγηση της εξιχνίασης αναγκαστικά καρκινοβατεί, αφήνοντας άπλετο χώρο για την κύρια εστίαση: τα αδιέξοδα των ηρώων έτσι όπως συνθλίβονται από την Ιστορία, που τους βυθίζει σε μια υπαρξιακή κόλαση. Η (όποια) "κάθαρση" δεν έρχεται μέσα από τη λύση του μυστηρίου, αλλά από την ανασύνταξη των ανθρώπινων σχέσεών τους (τον έρωτα, την αγάπη, τη φιλία) στην προσπάθεια να δώσουν ένα νόημα στη ζωή τους.

Ο κεντρικός ήρωας της τριλογίας Πάκο Μαρτίνεθ, αστυνομικός, γιος Ισπανού αναρχικού που πέθανε στον Ισπανικό Εμφύλιο, βρίσκεται με τη γιαγιά του στο Αλγέρι. Στο Μαύρο Αλγέρι, το 1962, κι ενώ ο ιδιότυπος εμφύλιος πόλεμος πλησιάζει προς το τραγικό του τέλος [δυστυχώς, το επίμετρο που παρατίθεται για τα ιστορικά γεγονότα δεν μας φωτίζει ιδιαίτερα - για περισσότερες πληροφορίες θα πρότεινα την ταινία Η μάχη του Αλγερίου του Τζίλο Ποντεκόρβο], ο Πάκο δεν παίρνει θέση. Βλέπει τα εγκλήματα που διαπράττονται και από τις δύο πλευρές και αναζητά μια ηθική στάση που να αντιστοιχεί στα ανθρωπιστικά πιστεύω του. Αυτό, φυσικά, τον κατατάσσει στους από χέρι χαμένους του πολέμου, καθώς θέλοντας και μη έρχεται σε σύγκρουση με τους συναδέλφους του, που στη μεγάλη τους πλειοψηφία υποστηρίζουν μια Γαλλική Αλγερία. Άνθρωπος του καθήκοντος και της τιμής, θα τα βάλει με όλους προκειμένου, απέναντι στη γενική αδιαφορία, να διαλευκάνει τον φόνο ενός Αλγερινού και μιας νεαρής Γαλλίδας, που κάποιοι τον έχουν κάνει να μοιάζει με εκτέλεση της OAS [: ακροδεξιά τρομοκρατική οργάνωση που αντιστρατεύεται την πολιτική της γαλλικής κυβέρνησης και έχει κηρύξει αμείλικτο πόλεμο ενάντια στους Αλγερινούς, αλλά και στους οπαδούς της Αυτονομίας που προωθεί ο Γάλλος πρόεδρος Ντε Γκωλ]. Στην πείσμονα μάχη του για απόδοση δικαιοσύνης, θα θέσει άθελά του σε κίνδυνο την αγαπημένη του Ιρέν (θύμα βομβιστικής ενέργειας που την άφησε με ένα ψεύτικο πόδι). Στην προσπάθειά του θα τον βοηθήσει ο συνάδελφος και φίλος (σχεδόν πατέρας), γαλλοεβραίος (όπως και ο Αττιά) Μωρίς Σουκρούν.

Στο δεύτερο μέρος,Κόκκινη Μασσαλία, μεταφερόμαστε στη Μασσαλία του 1967-68. Ο Πάκο προσπαθεί να προσαρμοστεί στη νέα του ζωή, νιώθοντας ξένος σε μια πόλη που απεχθάνεται τους Γάλλους πρόσφυγες από την Αλγερία (η γνωστή ιστορία...). Καλείται να εξακριβώσει την αιτία του θανάτου ενός μικροκακοποιού που πέφτει από ένα μπαλκόνι φοιτητικής εστίας. Σιγά-σιγά βρίσκεται μπλεγμένος σε έναν κυκεώνα δολοφονιών, ληστειών και πολιτικών σκευωριών από αριστεριστές φοιτητές, δεξιούς παρακρατικούς και συμμορίες του οργανωμένου εγκλήματος. Όλα αυτά συμβαίνουν ενώ η Γαλλία "βράζει" λίγο πριν το ξέσπασμα της νεολαιίστικης εξέγερσης του Μάη του '68. Ούτε ο ίδιος ούτε ο καινούργιος φίλος του, ο αρμενικής καταγωγής αστυνομικός Τιγκράν Κουπιγκιάν, θα μείνουν αλώβητοι από αυτή την ιστορία. Το πλήγμα που θα δεχτεί θα τον ξαναδέσει με την Ιρέν [η καταγωγή της είναι από την Ορλεάνη, τόπο διαμονής του Αττιά], που ζει πια στο Αιξ-αν-Προβάνς, 30 χλμ από τη Μασσαλία.

Στο Παρίσι blues, ο Πάκο - απαυδισμένος από τη Μασσαλία που ποτέ δεν τον αποδέχτηκε και ποτέ δεν αγάπησε - θα βρεθεί με μετάθεση στη Γαλλική πρωτεύουσα, στον απόηχο του Μάη του '68, με τη Δεξιά να έχει κερδίσει και διάφορες αριστερίστικες ομάδες να προσπαθούν να αποκτήσουν ξανά ρόλο στο πολιτικό παιχνίδι, εξωθούμενες από τα πράγματα σε μη νόμιμες ενέργειες. Ο Πάκο - φανατικός κινηματογραφόφιλος - θα γραφτεί στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν (έτσι κι αλλιώς, είχε πάρει κάποτε στο Αλγέρι πτυχίο Γαλλικής Φιλολογίας), υποτίθεται για να σπουδάσει κινηματογράφο, ώστε να ανακαλύψει τον δολοφόνο ενός μηχανικού προβολών. Ταυτόχρονα, θα του ζητηθεί να παρεισφρήσει στην οργάνωση της Προλεταριακής Αριστεράς για να ελέγχει τις παράνομες ενέργειές της. Στην ουσία, ξεκόβει από τον περίγυρο της Αστυνομίας και ενεργεί μόνος. Εδώ, η μοναξιά του είναι μεγαλύτερη, μια και δεν υπάρχει το είδος φιλίας που είχε αναπτύξει με τον Σουκρούν ή τον Κουπιγκιάν, αλλά και λόγω της απουσίας της Ιρέν, που θα του επιτρέψει να αναπτύξει κάποιες λιγότερο στέρεες σχέσεις. Παράλληλα, θα ξεκαθαρίσει τους κάθε λογής λογαριασμούς του με το παρελθόν. Στο Παρίσι blues, ο Αττιά θα λειτουργήσει πολύ περισσότερο ως ψυχαναλυτής, παρακολουθώντας την ψυχοθεραπεία της Ιρέν, αλλά και την ψυχικά διαταραγμένη Βιρζινί.

Όπως είπαμε εξ αρχής, ο Αττιά χρησιμοποιεί τις αστυνομικές υποθέσεις κυρίως ως πρόσχημα για να μας δώσει την ατμόσφαιρα και τα γεγονότα μιας σημαντικής εποχής, καθώς και την επίδρασή τους στους ήρωές του. Σαφώς επηρεασμένος - μεταξύ άλλων - από τον Καμύ αλλά και τον Ιζό, εστιάζει στις υπαρξιακές ανησυχίες των χαρακτήρων του, οι οποίοι δοκιμάζονται σε έναν κόσμο που τους είναι πια ξένος. Γνωρίζοντας λίγο τα βιογραφικά στοιχεία του Αττιά, μας εντυπωσιάζει το πώς διαχέει τα προσωπικά του χαρακτηριστικά και ιδιότητες σε κύρια και δευτερεύοντα μυθιστορηματικά πρόσωπα - όπως ο ίδιος, υπάρχουν πρόσφυγες, Γαλλοεβραίοι, ψυχαναλυτές, λουξεμπουργκιστές, κινηματογραφόφιλοι, κλπ. Πολλοί από αυτούς αναλαμβάνουν να μιλήσουν σε πρώτο πρόσωπο (και μάλιστα με διακριτή γλώσσα και θέαση), συντελώντας στην ανάδειξη του χάους στο οποίο κινούνται και το οποίο προσπαθούν να κατανοήσουν και να βάλουν σε κάποια τάξη - χωρίς πάντα να τα καταφέρνουν. Σημαντική θέση στην τριλογία έχει επίσης και η αντρική φιλία. Για τον Πάκο, εκτός από τον Σουκρούν και τον Κουπιγκιάν που ήδη αναφέραμε, υπάρχει και ο γιατρός Ζωρζ, ο δημοσιογράφος Νεσίμ, και μια πιθανή φιλία με τον αστυνόμο Αντριάν.

http://exbook3.blogspot.gr/2012/07/maurice-attia-blues.html


        

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ





Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μεσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!
Ώρα της νύχτας! Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων
Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!
Ο. Ελύτης, «Άνεμος της Παναγίας»

Δεκαπενταύγουστος- Ν. Καζαντζάκης
Τη μέρα κείνη, της Κοίμησης της Παναγίας, 15 Αυγούστου, οι εργάτες δε δούλευαν κι ο πατέρας μου κάθονταν στη ρίζα μιας ελιάς και κάπνιζε.......
Αεράκι χλιαρό φύσηξε, τα φύλλα της ελιάς ανατρίχιασαν. Ένας γείτονας πετάχτηκε όρθιος, άπλωσε το χέρι κατά το σύννεφο που προχωρούσε.
- Ανάθεμά το, μουρμούρισε, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, φέρνει τον κατακλυσμό!
- Δάγκασε τη γλώσσα σου, του ‘καμε ένας γέρος θεοφοβούμενος, δε θα το αφήσει η Παναγία, σήμερα είναι η χάρη της.
Όλοι πετάχτηκαν απάνω, κατασκόρπισαν, καθένας έτρεχε κατά το αμπέλι του, όπου είχε απλώσει τη σταφίδα της χρονιάς. Κι ως έτρεχαν, ολοένα και σκοτείνιαζε ο αγέρας, κρεμάστηκαν μαύρες πλεξούδες από τα σύννεφα, ξέσπασε η μπόρα.........
Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι, ακίνητος, και δάγκανε τα μουστάκια του. Πίσω του, όρθια, η μητέρα μου έκλαιγε.
- Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα μας!
- Εμείς δεν πάμε, μου αποκρίθηκε, σώπα!
Ποτέ δεν ξέχασα τη στιγμή ετούτη, θαρρώ μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου μεγάλο μάθημα. Αναθυμόμουν τον πατέρα μου ήσυχο, ασάλευτο, να στέκεται στο κατώφλι, μήτε βλαστημούσε μήτε παρακαλούσε μήτε έκλαιγε. Ασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο κι έσωζε, μόνος αυτός, ανάμεσα σ’ όλους τους γειτόνους, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
(απόσπασμα από το Αναφορά στο Γκρέκο)


Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ' τα δέντρα
κανένας δεν την άκουσε
Τα σκυλιά δε γαυγίσαν στις αυλόπορτες.
Μονάχα τα τριζόνια τη χαιρέτισαν,
κι ένα μεγάλο αστέρι χτύπησε
σε μια χορδή κάποιο άγνωστο τραγούδι
που τ' ακούσαν μόνο τα παιδιά στον ύπνο τους
και γύρισαν απ' τα' άλλο τους πλευρό χαμογελώντας. 
( Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού ) Γ.Ρίτσος


«Σαν ήρθε η ώρα της παρτέντζας, πήρε στη ράχη το μπογαλάκι με τα σύνεργα του, έκοψε με αλύγιστη καρδιά την πρυμάτσα της αραξιάς του και χάθηκε. Όμως απόμεινε πίσω τ’ όνομά του, απόμεινε ακόμα, αύτη πάνω απ’ όλα, μια παράξενη ζουγραφιά, που την άφησε στορισμένη πάνω στον τοίχο της μικρής εκκλησίας. Στέκεται κει ως τα σήμερα, μισοσβησμένη από τον αγέρα και τ’ αλάτι της θάλασσας, και είναι μια Παναγιά, η πιο αλλόκοτη μέσα στην Ελλάδα και σ’ όλο τον κόσμο της χριστιανοσύνης.
»Το κεφάλι της είναι έτσι όπως το ξέρουμε από τις τοιχογραφίες της Πλατυτέρας. Πρόσωπο μελαχρινό, ψιλοσήμαδο, συσταζούμενο στην έκφρασή του. Έχει στρογγυλό πηγούνι, μυγδαλωτά μάτια και μικρό στόμα. Έχει βυσσινί μαφόρι ως το κούτελο, έχει και το κίτρινο τ’ αγιοστέφανο γύρω στο κεφάλι, όπως όλα τα κονίσματα»
 (Στρατής Μυριβήλης, Η Παναγιά η γοργόνα, 1949).



 
 
                           

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ "ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΓΑΛΑΝΟ Τ'ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ" ΜΕ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ



Καλοκαιριού συνέχεια …με ένα ακόμη βιβλίο…



Αριθμός 11", Jonathan Coe
Ο Αριθμός 11 είναι ένα βαθιά πολιτικό βιβλίο, λίγο λιγότερο σατιρικό και κάπως περισσότερο μαύρο και σκοτεινό από ότι τα προηγούμενα, που μιλά για την εποχή της κρίσης στην Μεγάλη Βρετανία, για μια Αγγλία που βρίσκεται σε μια μετα-Θατσερική εποχή αρκετά ώστε οι αρχές του θατσερισμού να έχουν εμπεδωθεί και να θεωρούνται δεδομένες. Οι άνθρωποι στο σπονδυλωτό μυθιστόρημα του Κόου αντιμετωπίζουν μια νέα φτώχεια, ενώ ταυτόχρονα κάποιοι άλλοι, πολύ λίγοι, απολαμβάνουν μια άχρηστη χλιδή...
Ως συνήθως ο Κόου ακολουθεί την εποχή του και μας δίνει το φόντο με τέτοια ένταση που συχνά επισκιάζει τους πρωταγωνιστές του. Παρελαύνουν από τις σελίδες του όλα τα νέα μέσα, το Twitter, και τα blogs και το snapchat, και οι νέοι τρόποι, τα reality στην τηλεόραση και οι τράπεζες τροφίμων. Ο Κόου παραμένει δυνατός αφηγητής και στήνει τις πέντε πολύ διαφορετικές ιστορίες του βιβλίου γύρω από τις δυο πρωταγωνίστριες του, δύο φίλες που γνωρίζονται παιδιά, την Ρέιτσελ και την Άλισον...
Η αντίθεση, ανάμεσα στους προνομιούχους και τους μη, είναι εμφανής σε όλες τις ιστορίες.
Ο Τζόναθαν Κόου είχε πολλά να πει για την εποχή μας και με τον Αριθμό 11 τα είπε σχεδόν όλα... 
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...