Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ




               
«Τόση βιάση και σπουδή; 
Για πού πας, καλό παιδί; 

Κίνησες νωρίς-νωρίς 

και τρεχάτος προχωρείς;



Στάσου δα να διασκεδάσεις 

με τις ομορφιές της Πλάσης! 
Κόψε απ᾿ τα περβόλια πάλι 
του χινόπωρου τα κάλλη!»

«Να σταθώ; Δεν ευκαιρώ, 
γιατί πάω στο φτερό. 
Και που πάω, να στο πω; 
Στο σχολειό μου π᾿ αγαπώ!

Άνοιξε για πρώτη μέρα. 
Βλέπεις τα παιδιά εκεί πέρα; 
Έχουν μόνα τους ταιριάξει 
                               
χωριστά κάθε μια τάξη».

«Είσαι, βλέπω, μαθητής. 
Μα στον ώμο τι κρατείς, 
που με τη ματιά την πρώτη 
σ᾿ έκαμα για στρατιώτη;»

«Είναι τ᾿ άρματά μου αυτά, 
τ᾿ ακριβά τ᾿ αγαπητά: 
Το κοντύλι μου κι η πλάκα, 
           
το βιβλίο μου στη σάκα.

Κι έλα πια να σε χαρώ, 
με ρωτάς κι αργοπορώ… 
Είναι η ώρα περασμένη,
άκου, ο κώδωνας σημαίνει».
 
ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ
.



Η τάξη γιορτάζει τη χαρά της πρώτης μέρας. Αγκαλιές, φιλιά, γέλια, φωνές και ψίθυροι, μικρά και μεγάλα μυστικά, φρεσκοσιδερωμένες ποδιές, καινούρια παπούτσια, καινούριες τσάντες, μαλλιά κοντά, μαλλιά μακριά, κοτσιδάκια, κοτσίδες, πιαστράκια, μπαρέτες, χτενάκια, κορδέλες. Μάτια λαμπερά γεμάτα θάλασσες και βουνά, γεμάτα παιχνίδια, γεμάτα τρέλες. Η τάξη ξεχείλισε από τις καλοκαιριάτικες αναμνήσεις. Η κάθε μαθήτρια έχει να λέει για το δικό της καλοκαίρι...
«Ε.Π.» Ζωρζ Σαρή







Τα σχολεία άνοιξαν. Για πρώτη φορά η Άννα κουβαλούσε τσάντα γιομάτη βιβλία. Η μαύρη της ποδιά έφτανε μέχρι τη μέση της γάμπας, σύμφωνα με τον κανονισμό, κι ο γιακάς της άστραφτε κολλαρισμένος , και συναγωνιζόταν στην ασπρίλα τα σοσόνια της κάτω…
Το κουδούνι του έκοψε την κουβέντα. Έπρεπε να βρουν τώρα πού έκανε σειρά η τάξη τους. Και γρήγορα μάλιστα, γιατί οι καθηγητές είχαν ήδη βγει και στήνονταν με σεβασμό πίσω από έναν ψηλόλιγνο άντρα….
Ο αγιασμός έγινε όπως συνήθως, αλλά μετά βγήκε μπροστά ο γυμνασιάρχης κι άρχισε ένα κατεβατό από «πρέπει» και «απαγορεύεται» , που έκανε όλο το ακροατήριο κάτω να στενάξει...
«Στο Γυμνάσιο» Βούλα Μάστορη




Ήμουν σαν ένα μικρό καταστολισμένο σφαγάρι κι ένιωθα μέσα μου περφάνια και φόβο. Μα το χέρι μου ήταν σφηνωμένο βαθιά μέσα στη φούχτα του πατέρα μου κι αντρειευόμουν. Μπήκαμε σ’ ένα παλιό χτίρι, με μια φαρδιά αυλή κι ένα κατασκονισμένο πλατάνι στη μέση. Κοντοστάθηκα, δείλιασα. Το χέρι μου άρχισε να τρέμει μέσα στη μεγάλη ζεστή φούχτα.
Ο πατέρας μου έσκυψε, άγγιξε τα μαλλιά μου, με χάιδεψε. Τινάχτηκα. Ποτέ δε θυμόμουν να μ’ έχει χαϊδέψει. Σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα τρομαγμένος. Είδε πως τρόμαξα, τράβηξε πίσω το χέρι του:
-Εδώ θα μάθεις γράμματα, είπε, να γίνεις άνθρωπος. Κάμε το σταυρό σου.
Ο δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι. Κρατούσε μια μακριά βίτσα και μου φάνηκε άγριος, με μεγάλα δόντια, και κάρφωσα τα μάτια μου στην κορφή του κεφαλιού του να δω αν έχει κέρατα, μα δεν είδα, γιατί φορούσε καπέλο.
-Ετούτος είναι ο γιος μου, του ‘πε ο πατέρας μου
-Ξέμπλεξε το χέρι μου από τη φούχτα του και με παράδωκε στο δάσκαλο.
-Το κρέας δικό σου του ‘πε, τα κόκαλα δικά μου. Μη τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάνε τον άνθρωπο.
-Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη. Έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα...
  Νίκος Καζαντζάκης, «Αναφορά στον Γκρέκο»





 





Ωραία λοιπόν αυτή είναι η τάξη μου , η Ε3…, Πρέπει να βάλω ένα σημάδι για να τη βρίσκω. Καλά θα δω …γιατί ο κύριος ανοίγει μια πόρτα…Με σπρώχνει απαλά μέσα. Πρώτα ε΄δα την κυρία μας, τη δασκάλα μας. Δεν ξέρω αν είναι νέα ή μεγάλη. Έχει μαζεμένα τα μαλλιά της σφιχτό κότσο και φοράει γυαλιά.
 «Τι συμβαίνει κύριε Γιώργο:»
-«Μια καινούρια μαθήτρια δεσποινίς
-Στη δική μου τάξη βρήκανε να τη βάλουνε; Έχουμε κιόλας 62 παιδιά»…
Στεκόμουνα κάπου κοντά στην έδρα. Κοίταξα την τάξη. Μεγάλη ήτανε κι όμως νόμιζες ότι θα έσκαγε σε λίγο από τα πολλά παιδιά. Είχε τέσσερις σειρές θρανία. Στα πιο πολλά θρανία καθόντουσαν τρία τρία παιδιά. Και είχε και δυο θρανία στο πλάι της έδρας...
«Αστραδενή» Ευγενία Φακίνου












Μια φορά κι έναν καιρό ο Σεπτέμβρης  που ήταν ένα αγόρι, χορτασμένο ήλιο και παιχνίδι, και βέβαια με ωραίο χρώμα απ’ το καλοκαίρι, πείσμωσε. Καλοκάθισε στην άκρη του δρόμου που θα τον έφερνε στη γη κι αρνιόταν να πάει στον προορισμό του. Πέσανε επάνω του όλοι για να τον μεταπείσουν. Πείσμα αυτός, ανένδοτος, δεν μιλούσε σε κανέναν! Τελευταίος τον πλησίασε ο μπαμπάς του ο Χρόνος: «Πες μου αμέσως  τι συμβαίνει» του λέει. «Τι πράγματα είναι αυτά; Πρέπει να πας Σεπτέμβρη, ν΄ αρχίσει  ο τρύγος, να ξεπροβοδιστούν τα χελιδόνια για το ταξίδι τους, να πάρουν το κιτρινοκόκκινο χρώμα τα φύλλα των δέντρων. Και βέβαια πρέπει να πας για ν’ ανοίξουν τα σχολεία παιδί μου! Χιλιάδες παιδιά περιμένουν! Πως μπορείς εσύ να τεμπελιάζεις;»
«Δεν είμαι τεμπέλης» άρχισε επιτέλους να μιλάει  ο Σεπτέμβρης. «Απλώς δεν βλέπω το λόγο για να πάω. Κοίτα τους ανθρώπους τριγύρω σου πατέρα.  Ήταν ποτέ άλλοτε χειρότερα;  Δες τους: Τόσο λυπημένοι και σκυθρωποί… Άρρωστοι χωρίς φάρμακα, άνθρωποι χωρίς δουλειές, πονοκεφαλιασμένοι από λογαριασμούς, τηλεθεατές που βλέπουν μετανάστες να τους καταπίνουν οι θάλασσες και νησιά να γίνονται στάχτη, άνθρωποι χωρίς  ελπίδα,  πες μου βρε μπαμπά, ποιος  θα το καταλάβει αν ξεχαστούν τα χελιδόνια εδώ; Ποιος νοιάζεται για το φθινόπωρο και τα χρώματά του πια; Οι άνθρωποι μόνο την φτώχεια τους κοιτάνε τώρα. Δεν πάω πουθενά, εδώ θα μείνω…»
«Καλό μου αγόρι» του λέει ο πατέρας του, ο σοφός ο Χρόνος. «Δίκαιο έχεις, αλλά την ίδια στιγμή κάνεις και λάθος! Δεν γίνεται να  τα ξεχνάς τα παιδιά που σε περιμένουν στα σχολειά.  Και να σου πω και το πιο σημαντικό;  Γιατί  νομίζεις ότι υπάρχουν σχολεία Σεπτέμβρη μου; Για τους αριθμούς, τις γραμματικές και τις χημείες; Λάθος καλέ μου!
Για να γίνονται οι άνθρωποι,  Άνθρωποι με το άλφα τους κεφαλαίο, γι αυτό υπάρχουν τα σχολεία. Για να μάθουν να σέβονται τη Ζωή, τη Φύση. Για να σέβονται το Δίκαιο, να σέβονται το γέλιο των παιδιών. Το σχολείο υπάρχει για να κάνει τα παιδιά ενεργούς πολίτες όταν μεγαλώσουν, όχι θλιβερούς τηλεθεατές με σταυρωμένα χέρια.
Σήκω Σεπτέμβρη μου και πήγαινε στο πόστο σου. Δεν υπάρχει άλλη ελπίδα καλέ μου. Τα παιδιά σε περιμένουν! Οι μεγάλοι άνθρωποι θα πρέπει να βρουν τον τρόπο για να συμμαζέψουν τη λύπη, το θυμό και τη φτώχια τους. Κι αν τους έχει μείνει και λίγο μυαλό μ’ όλα αυτά που τους βρήκαν, στα σχολεία πρώτα θ’ απλώσουν τα χέρια τους. Αυτά πρέπει να στηρίξουν όπως κι όσο μπορούν περισσότερο».
Άκουσε ο Σεπτέμβρης προσεκτικά τον μπαμπά του κι όπως κάθε καλό παιδί, υπάκουσε. Άλλωστε ο πατέρας είχε δίκαιο. Έτσι ακριβώς είχαν τα πράγματα. Μπήκε στη ζωή των ανθρώπων λοιπόν και στα ημερολόγιά τους. Γι αυτό και κατάφεραν σήμερα, παρόλα αυτά,  ν’ ανοίξουν τα σχολεία.
Κική Δημητριάδου, Νηπιαγωγός  & συγγραφέας


«Όσοι παραμελούν την μόρφωσή τους, ξεχνούν ότι αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην σκέπτονται ορθά"
Ισοκράτης (Περί Ειρήνης, 32)



 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...