Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

ΠΡΩΤΕΣ ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ


                                                                                                                                      


Οι "Πρώτες Ενθυμήσεις "είναι ένα κείμενο αυτοβιογραφικό. 
Η Πηνελόπη Δέλτα θυμάται αλλά και σχολιάζει τα παιδικά της χρόνια και τη σκληρή ανατροφή της. Ταυτόχρονα καταγράφει την ιστορία των προγόνων της και ορισμένα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την παιδική της ηλικία. Στις αυτοβιογραφικές Πρώτες Ενθυμήσεις – που καλύπτουν τα δεκαπέντε πρώτα χρόνια της ζωής της Πηνελόπης, κόρης του Εμμανουήλ και της Βιργινίας Μπενάκη – μας δίνεται η περιγραφή μιας εποχής και μιας ανερχόμενης αστικής οικογένειας στην ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας. Μιας αποκαλύπτεται ακόμη πως τα τραύματα της παιδικής ηλικίας σημάδεψαν τη ζωή και το έργο της Πηνελόπης Δέλτα, και προσδιόρισαν τη στάση της απέναντι στο παιδί και τη διαπαιδαγώγησή του. Σημαντικές ωστόσο είναι και οι καθαρά λογοτεχνικές αρετές στο κείμενο αυτό, όπου η αμεσότητα της αυθόρμητης και ανεπεξέργαστης γραφής υπηρετεί με ζωντάνια, με κέφι, με πίκρα, με αληθινή συγκίνηση και στοχαστική σκέψη το ποικιλόμορφο και πολυδιάστατο αυτό αφήγημα.

                                              

Τη μητέρα μου τη λάτρευα. Από τα πρώτα χρόνια, όσο μα­κριά πάει η ενθύμηση μου, την αγαπούσα με πάθος αρρωστιάρικο.
Υψηλή, ωραία, πάντα έμορφα αν και απλά ντυμένη, ευπρόσι­τη σε όλους εκτός στα παιδιά της, η μητέρα μας έστεκε μακριά μας όσο και ο πατέρας. Τη φοβούμασταν περισσότερο, γιατί ήταν πιο κοντά, περισσότερο στο σπίτι, πιο έτοιμη να τιμωρήσει από τον πατέρα πού έλειπε όλην την ημέρα. Ήταν και η μητέρα αυστηρή, αυθαίρετη, τυραννική, επιβλητική. Ο λόγος της ήταν νόμος. Υ­πηρεσία και παιδιά διευθύνουνταν με το ραβδί. Οι μπατσιές και το τράβηγμα του αυτιού ήταν τ' αμεσότερα μέσα να την υπακούομε με το πρώτο της νόημα.
Απ' όλους μας, ο Αντώνης έχει φάγει το περισσότερο ξύλο. Σκάνταλος, ορμητικός, ανυπότακτος, γεμάτος «ιδέες», ζωή και δράση, αδιάκοπα έπεφτε σε περιπέτειες πού τελείωναν με μπά­τσους και τράβηγμα των  αυτιών. Τότε κοκκίνιζε ως μέσα στα μαλ­λιά του, ντρέπουνταν, υπέφερε στο φιλότιμο του, στην υπερηφά­νεια του που ήταν μεγάλη, μα ποτέ δεν έλεγε τίποτα, ούτε έκλαιγε ποτέ, ούτε καταδέχουνταν να ξεφύγει με ένα ψέμα ή να διαμαρτυ­ρηθεί. Σήκωνε το κεφάλι υπερήφανα, έτρωγε το ξύλο και δεν απαντούσε.
Και εμείς τα κορίτσια είχαμε για κεινον «hero workship”( ηρωολατρεία). Κοντά του σκαντάλευα κ' εγώ κ' έτρωγα μπόλικο ξύλο. Η Αλεξάνδρα ήταν η λιγότερο τιμωρημένη γιατί ήταν πάντα φρόνιμη και δεν μπλέκονταν στις δικές μας αταξίες. Η φωνή της ήταν πάντα φωνή της σοφίας.(…)

                                                                                       
Γιατί οι γυναίκες τότε δεν ήταν εκείνο πού είναι σήμερα. Ελευθερία δράσεως, θελήσεως, ακόμα και σκέψεως δεν είχαν. Οι γυναίκες τότε ήταν υποταγμένες στον άντρα. Θέληση δική τους δεν είχαν, ούτε γνώμη, ούτε σκέψη ανόμοια με τη σκέψη του αντρός. Και μια φορά παντρεμένη, έπαυε να υπάρχει ως άτομο. Κινούν­ταν, δρούσε, μιλούσε, φέρουνταν στον κόσμο όπως ήθελε ο αφέν­της της. Αν ήταν κοσμικός, έπρεπε να είναι και κείνη κοσμική, είτε της άρεζε ο κόσμος είτε όχι. Αν την ήθελε στο σπίτι κλεισμέ­νη ο άντρας της, έπρεπε να κλειστεί και ας τρελαίνουνταν τον κό­σμο. Επισκέψεις επιτρέπουνταν. Μα αυτές τις ανταλλαγές επισκέ­ψεων, μόνο γυναίκες τις έκαμναν. Άντρες δεν έβλεπε η γυναίκα παρά σε γεύματα (σπάνια τον καιρό εκείνον), σε χορούς (σπανιό­τερους ακόμα), στον περίπατο ή στους δρόμους.
Η υποκρισία ήταν επιβεβλημένη. Μια γυναίκα κοσμική λόγου χάρη που είχε άντρα μη κοσμικό, έπρεπε, όχι μόνο να μην πηγαί­νει στον κόσμο, άλλα και να λέγει πως δεν της αρέσει. Και τανά­παλιν. «Αφού του αρέσει ο κόσμος, χρεωστεί να τον ακολουθεί και κείνη.»
Που να ταξιδέψει γυναίκα μόνη, τότε! «Αφού τον αφήνει, κα­λά της κάνει και παίρνει φιληνάδα.» Όλη η κοινωνία την αποδο­κίμαζε και την αναθεμάτιζε.
Ούτε να πολυφροντίζει το εξωτερικό της η γυναίκα δεν έπρε­πε. Καμιά δεν ομολογούσε πως αγαπούσε το λούσο, τα όμορφα φορέματα, τα διαμαντικά. «Μου τα έδωσαν, και τα φορώ γιατί μου τα έδωσαν», έλεγε η μητέρα μου, όταν τύχαινε να φορέσει κα­νένα στολίδι.
— «Ναι! Φορέματα τώρα!» έλεγε πάλι ή μητέρα, αν της έλεγε καμιά φιληνάδα να ράψει τούτη ή εκείνη τη μόδα. «Όποια γυναί­κα έχει άντρα και παιδιά, δεν έχει καιρό για μόδες.» Αυτά ήταν για τις ξεμυαλισμένες, τις «παρίες» της κοινωνίας. Είχε και τέτοιες, και τις έδειχναν με το δάχτυλο. Χαμένα ρούχα, σου έλεγαν. Τιποτένιες γυναίκες.
Εντούτοις είχε και κομψές, και όμορφες, και καλοντυμένες, και πουδραρισμένες, και στολισμένες. Μα η ετοιμασία, η φροντί­δα, το στόλισμα γίνουνταν κρυφά στην κρεβατοκάμαρα, με κλειδω­μένες τις πόρτες. Όποια κοίταζε καθρέφτη, ήταν ξεμυαλισμένη. Γυναίκες και κορίτσια, σαν αντίκριζαν καθρέφτη έπρεπε να κά­νουν πώς τον περιφρονούν, πώς δεν κοιτάζονται, πώς αδιαφο­ρούν. Έξω από την κρεβατοκάμαρα, όπου γίνουνταν το στόλισμα, η γυναίκα υποτίθουνταν πως δεν ενδιαφέρεται στην εμφάνιση της.
Μα επειδή και τότε η γυναίκα ήταν γυναίκα, οι κρυφές μα­τιές, τα κρυφά συγυρίσματα μαλλιών ή φορέματος, το κρυφό τσίμ­πημα μάγουλων για να κοκκινίσουν, το κρυφό σιάξιμο καπέλου ή κολάρου, έπαιρναν κ' έδιναν.
Και, μοιραία, έκριναν και δίκαζαν και καταδίκαζαν, τα παι­διά. Ό πατέρας μας σαν έμπαινε στο σπίτι και κρέμαγε το καπέλο στην κρεμάστρα, έριχνε μια βιαστική ματιά στον καθρέφτη, έσιαζε με τη βούρτσα και το χτένι που ήταν στο ραφάκι της κρεμάστρας τα πυκνά του μαλλιά, διόρθωνε τη γραβάτα του αν είχε στραβώ­σει, βούρτσιζε το ρούχο του βιαστικά και πήγαινε στην τραπεζα­ρία με το βιαστικό του πάντα: «Σερβίρετε γρήγορα.»
Μα ο πατέρας ήταν ο αφέντης, δεν είχε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Ότι έκαμνε, το έκαμνε ανοιχτά.
Όταν όμως τύχαινε να δω τη μητέρα να κρυφοκοιτάξει τον καθρέφτη, να κρυφοσηκώσει κανένα μαλλάκι κάτω από το τρίχινο διχτάκι που φορούσαν τότε στο μέτωπο, να διορθώσει κρυφά το νταντελάκι του λαιμού της ή να τεντώσει τη ζαρωμένη της φούστα, ντρεπόμουν. Και δεν ήξερα γιατί ντρεπόμουν. Μάς είχαν μάθει και μας, πως ήταν κακό να κοιτάζεις στον καθρέφτη. Μα αν ήταν κακό, γιατί το έκανε ή μαμά; Και αν δεν ήταν κακό, γιατί το έκανε κρυφά;
Ο πατέρας κοίταζε στον καθρέφτη και διορθώνουνταν. Μα εκείνος το έκαμνε χωρίς να κρυφθεί. Εκείνος είχε πάντα κάποια καλή αιτία να το κάνει. Ενώ η μαμά το έκανε κρυφά, άρα ήταν κακό, άρα δεν έπρεπε να γίνεται.
Θυμούμαι ακόμα τη δυσφορία, την ψυχική ανησυχία που μ' έπιανε και με βασάνιζε κάθε φορά που τύχαινε να πιάσω επ΄ αυτοφώρω τη μητέρα σε καμιά της τέτοια κρυφή κίνηση. Και πόσο ντρέπουμουν που την είχα δει, προπάντων που, αν το  αντιλαμβάνουνταν η μητέρα, θύμωνε και ξεσπούσε σε κανένα μάλωμα:
— «Τι θες εδώ; Τι μπαίνεις κρυφά στην κάμαρα; Πήγαινε γρή­γορα στο σπουδαστήριο, μη σε δείρω!»
Και έφευγα δρομέως! Τι ήθελα να το δω! Τι ήθελα στην τρα­πεζαρία! Τι ήθελα να μπω «κρυφά» στην κάμαρα! Πάντα «κρυφά» περπατούσαμε, μην κάνομε κρότο, μη μας ακούσουν, έξω από τις ώρες που δικαιωματικώς μπαίναμε στην τραπεζαρία ή στην κρεβα­τοκάμαρα των γονέων.
Και μαζευόμουν τρομαγμένη, και αν με ρωτούσαν τ' αδέλφια μου: «Τί έπαθες πάλι; Τί έκανες και σε μάλωσαν;» δεν έλεγα, από ντροπή, από κάποιο αίσθημα μειώσεως που δεν ήξερα να το εξηγή­σω μα που πονούσε βαθιά, γιατί άγγιζε τη μητέρα, τη «θεότητα», τη λατρεμένη, που έκαμνε πράματα πού δεν έπρεπε να κάνει, που τα είχα δει, ενώ δεν έπρεπε να τα είχα δει.
Πληγές παιδικές, αυτές, που δε γιατρεύονται ποτέ.
(….)
Ήταν αυταρχική, δεσποτική, η μητέρα. Ήταν κάποτε κα σκληρή. Μα υπέκυπτε πάντα στον πατέρα, την ώρα που της επιβάλουνταν εκείνος. Κατά βάθος, και με τον καιρό, «με τρόπο», τον έφερνε πάντα στα νερά της, τον έκαμνε εκείνο που ήθελε. Και μείς τα παιδιά το νιώθαμε, χωρίς να ξέρομε ούτε το πώς ούτε το γιατί, μα ξέραμε πως αρχή και δύναμη στο σπίτι ήταν η μητέρα. Κ' επει­δή υπέκυπτε κατά το φανερό στη θέληση του πατέρα, στο σπίτι μέσα και στα παιδιά της ανταπέδιδε τα ίσα, ήταν δεσποτική, επι­βλητική, τυραννική, συχνά σκληρή και πάντα ανελεύθερη.
(….)Ήταν αγέρωχη, τυραννική, αμείλικτη συχνά η μητέρα. Όλοι οι Χωρέμηδες ήταν σκληροί και στεγνοί. Και η μητέρα ήταν Χωρέμαινα ως την ψυχή. Όταν νόμιζε πως ένα πράμα ήταν σωστό ή χρήσιμο, τραβούσε το δρόμο της, ίσια κατά το σκοπό της, αδιαφο­ρώντας αν τσαλαπατούσε καρδιές, αγνοώντας πως ρήμαζε ζωές.

Έτσι πάντρεψε σχεδόν με τη βία την Κατίνα Καλαμποκίδη με τον Αμηρά για να μην την πάρει ο Στέφανος Καρτούλης, που την αγαπούσε, και να πάρει την Ελβετία Χωρέμη, που δεν την πήρε στο τέλος και πήγαν χαμένες οι τρεις αυτές ζωές. (….)

                                             
Στο ζήτημα της «αγάπης», και ο πατέρας ήταν στεγνός. «Αγά­πες, ανοησίες!» έλεγε με περιφρόνηση. Και οι δυό τραβούσαν εμπρός, σύμφωνοι σ' αυτό, πως όλη ή ζωή κανονίζεται με το «πρέ­πει» και «δεν πρέπει», πως η λογική, η κρίση, η φρονιμιά υπερέ­χουν, πως το «αίσθημα» ήταν και ανόητο και επικίνδυνο και δεν έπρεπε να λαμβάνεται υπ’όψιν. Και τσαλαπάτησαν και κατέστρεψαν ζωές, και οι δυό, ιδίως η μητέρα που καταγίνουνταν περισσό­τερο σ' αυτά, και πέθαναν χωρίς να το αντιληφθούν ποτέ, χωρίς ποτέ να σταματήσουν, να διερωτηθούν καν, αν αυτό που κάνουν δεν είναι εγκληματικό.
(….)
Η ζωή τότε ήταν σκληρή, ιδίως για τη γυναίκα. Μα έφτιανε χαρακτήρες. Το «δεν μπορώ», ήταν περιφρονημένη έκφραση. Κα­νένας μας δεν τό 'λεγε, ακόμα και όταν ήμαστε νικημένοι. Καταπα­τημένοι, κουρελιασμένοι, υποταγμένοι, κάναμε την ανάγκη φιλοτι­μία και προσποιούμασταν πως θέλαμε τη δυστυχία μας, έτσι, από υπερηφάνεια, αποκρούοντας τον οίκτο.
Υπήρχαν βέβαια, και αδύνατοι, που λύγιζαν τους ώμους, που κλαίγουνταν και στέναζαν. Αυτοί ήταν οι περιφρονημένοι, οι αποτυχημένοι.



                               (…                                    .)
Από μικρά μαθαίναμε τούς καημούς μας να μην τους μοιρα­ζόμαστε με άλλους, ούτε καν με τ' αδέλφια μας. Αν πόνεσαν, αν υπέφεραν τ' αδέλφια μου, δεν τό 'μαθα ποτέ, δεν παραπονέθηκαν ποτέ. Αργότερα, αν γνώρισα τούς καημούς τού Αλεξάνδρου, προκάλεσα εγώ τις εξομολογήσεις τους, πρώτον γιατί έβλεπα η ίδια τις αδικίες που γίνουνταν εις βάρος του, υπέρ της χαϊδεμένης Αργίνης, της μικρότερης του κατά τεσσεράμισι χρόνια, και δεύτε­ρον γιατί τον περνούσα εγώ άλλα τεσσεράμισι χρόνια και του επιβαλλόμουν και τον έβαζα να μου τους λέγει, αναλυμένο στα δά­κρυα, τον καημενούλη!

Μα εμείς, οι τρεις μεγάλοι, κλειόμασταν στην υπερήφανη σιω­πή μας. Ποτέ δεν ομολογούσαμε πως μας πόνεσε ένας μπάτσος ή το τράβηγμα του αυτιού. Σιωπηλοί, ντροπιασμένοι, γυρεύαμε να κρύψομε ο ένας του άλλου το τσούξιμο που μαρτυρούσε το κοκκι­νισμένο μάγουλο, ή, αν δεν ήταν τρόπος να το κρύψομε, το ρίχνα­με στην καυχησιολογία, τάχα «πως δεν πονούσε το χέρι της μα­μάς», ενώ πονούσε πολύ, χέρι λεπτό, με όμορφα μακριά δάχτυλα, χέρι δυνατό, που καταπιάνουνταν όλες τις δουλειές και που διεύ­θυνε τα πάντα και τα έβγαζε όλα πέρα.
(….)
Θυμούμαι τ αίσθημα αυτό, στη στενοχωρεμένη μου παιδική ζωή. Όλο το σπίτι, η ατμόσφαιρα του, η αυστηρότης του, η έλλει­ψη τρυφερότητος, βάραινε απάνω μου σα βραχνάς. Όταν όμως έμπαινα στο σπουδαστήριο μας, μου φαίνουνταν πως ανέπνεα ατμόσφαιρα ανωτερότητος. Το μεγάλο τραπέζι με τη βυσσινιά του τσόχα που το σκέπαζε όλο και κρέμουνταν ολόγυρα- η σιφονιέρα από μαόνι, όπου φυλάγαμε τις μπογιές μας, τα μολύβια, πένες, παιχνίδια, εξαρτήματα ραπτικής· οι βιβλιοθήκες με τα βιβλία τα διδακτικά και τ' αναγνώσματα μας τα διασκεδαστικά…

http://fotodendro.blogspot.gr/2011/11/blog-post_02.html

                                 

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ: ΠΡΩΤΕΣ ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ- ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ



                                   
     
        "Πρώτες ενθυμήσεις" Πηνελόπη Δέλτα from 14gymnasiokallitheas



ΘΕΜΑ του αποσπάσματος:
Η συγγραφέας περιγράφει την εικόνα της πατρικής μορφής, όπως αυτή χαράχτηκε στη μνήμη και τη συνείδηση της κόρης. Ταυτόχρονα δηλώνονται και τα αντιφατικά συναισθήματα της κόρης :ο  φόβος και ο θαυμασμός για την γοητευτική παρουσία και δίκαιη συμπεριφορά του πατέρα.
ΔΟΜΗ του κειμένου:
1η ενότητα:«Τον πατέρα… μεγάλη αγάπη της ζωής μου».Η μορφή και η συμπεριφορά του πατέρα καθώς και τα συναισθήματα που ενέπνεε στον κόσμο.
2η ενότητα: <<θυμούμαι μια μέρα.. μα θεότης». Η λεπτομέρεια της καθημερινότητας που απέδειξε την ψυχική ανωτερότητα του πατέρα.

Η παρουσίαση του πατέρα(μέσα από την περιγραφή και τα σχόλια της κόρης, αλλά και μέσα από τις πράξεις του): Δίνεται η συνολική εικόνα με σχόλια όπως επιβλητική παρουσία, μεγαλείο, ομορφιά ,το ψηλό δεμένο αλλά λεπτό κορμί του
Στη συνέχεια δίνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου του: πυκνά,σγουρά μαύρα μαλλιά του, τα γένια του,τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια του.
Ο χαρακτήρας του πατέρα: Απρόσιτος «ως το τέλος της ζωής του μου έμεινε θεότης απλησίαστος».
Βίαιος και θυμώδης(αυτός που θυμώνει εύκολα):θυμούμαι… την βία να εξαφανιστούμε, μη μας βρει καμιάν αιτία για κατσάδα ή μπάτσο. Μας μπάτσιζε ο πατέρας κάποτε
Αυθαίρετος και κοτζάμπασης(αυταρχικός): Εκείνο που ήθελε το ήθελε και το επέβαλλε. Διέταζε. Και οι άλλοι υπήκουαν. Επιβάλλουνταν. Και οι άλλοι υποχωρούσαν. Ήταν αφέντης. Κάποτε τύραννος.
Τυραννικός:Μου επθιβλήθηκε πάντα και με τυράννησε,ξέροντας και μην ξέροντας.Και ως το τέλος βάρυνε η θέληση και η τυραννία του στη ζωή μου.
Ευγενικός:Μα ήταν βαθιά ευγενής
Έντιμος και ακέραιος χαρακτήρας: Και ήταν τίμιος στη σκέψη όσο και στις δοσοληψίες
Ειλικρινής ,υπερήφανος ίσιος,αλύγιστος
Ευσυνείδητος: αμείλικτος στο ζήτημα συνείδηση
Γενναιόδωρος και με κατανόηση για τους άλλους: «Ωχ, καημένη γυναίκα! Πώς θα ζήσει και αυτός, αν δεν πληρώσεις τον κόπο του και τον καιρό του;»

                                     
Τα συναισθήματα της αφηγήτριας: "ο αυτοβιογραφικός μονόλογος της Πηνελόπης Δέλτα φανερώνει περισσότερα για το δικό της τραυματισμένο ψυχισμό παρά για την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά των προσώπων για τα οποία γίνεται λόγος".
Δύο αντίρροπες οπτικές αναπτύσσονται παράλληλα για να συνθέσουν την εικόνα της μυθικής μορφής του πατέρα:
ο φόβος( τον φοβούμαστε πάρα πολύ, τον τρέμαμε) για την τυραννική και αυταρχική μορφή του πατέρα που συχνά δημιουργεί το αίσθημα της ντροπής, του εξευτελισμού  καθώς και ο θαυμασμός για την επιβλητική παρουσία και την εντιμότητα και ακεραιότητα του χαρακτήρα του όπως φάνηκε στο περιστατικό με το στρειδά ( «Ωχ, καημένη γυναίκα! Πώς θα ζήσει και αυτός, αν δεν πληρώσεις τον κόπο του και τον καιρό του;», καλόβουλα είπε ο πατέρας).
Το περιστατικό αυτό αποτέλεσε μάθημα ανθρωπιάς, τη δίδαξε ότι δεν πρέπει να κοιτάμε μόνο το δικό μας συμφέρον και μάλιστα σε βάρος του άλλου που δίνει τον αγώνα του μεροκάματου αλλά να νοιώθουμε την ανάγκη του άλλου να ζήσει, να βγάλει το ψωμί του, να πληρωθεί η εργασία του κατά την αξία της.
Το περιστατικό από την καθημερινότητα της παιδικής ηλικίας της αφηγήτριας εγγράφεται στη συνείδησή της ως αδιάσειστο τεκμήριο της ηθικής ανωτερότητας του πατέρα της, στοιχείο που τον αναδεικνύει σε θεότητα απλησίαστη,  την τελευταία μεγάλη αγάπη της ζωής της. Μέσα της συνυπάρχει η μεγάλη αγάπη, η λατρεία, μαζί με την παραδοχή της βαριάς τυραννίας του πατέρα στη ζωή της κόρης, αλλά πάνω απ´ όλα η ανάγκη να φανερώσει τον δικό της τραυματισμένο ψυχισμό.
Το ξύλο ως παιδαγωγικό μέσο: Οι γονείς θεωρούσαν ότι το ξύλο και ο συνακόλουθος πόνος που προκαλεί θα μπορούσε να νουθετήσει τα παιδιά τους διδάσκοντας το καλό και αποτρέποντας τα από το κακό. Η σωματική τιμωρία ήταν συχνή τόσο στο σπίτι όσο και στο σχολείο από τους δασκάλους.
Η αφηγήτρια και τα αδέλφια της δέχονται το ξύλο από τη μητέρα ως κάτι αυτονόητο χωρίς να δυσανασχετούν και χωρίς να επηρεάζονται τα συναισθήματα τους απέναντί της (η μητέρα,που ζούσε στο σπίτι μας τιμωρούσε συχνότερα και ευκολότερα)
Τα συναισθήματα που προκαλούσε το ξύλο που έδινε ο πατέρας ήταν πολύ διαφορετικά (Οι μπάτσοι στο πρόσωπο ήταν συχνοί, δίνουνταν εύκολα και θυμούμαι ακόμα τώρα το αίσθημα της ντροπής, του εξευτελισμού, όσο και της ζάλης που ακολουθούσε κάθε μπατσιά, που πηγαινοέφερνε το μυαλό μας).

                                
                                        
ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ:
Στην «αυτοβιογραφία» ο συγγραφέας, ο αφηγητής, ο πρωταγωνιστής συμπίπτουν.
Ο αφηγητής είναι πρωτοπρόσωπος (αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο), ομοδιηγητικός, δραματοποιημένος (συμμετέχει στα γεγονότα που αφηγείται).
Η εστίαση είναι εσωτερική(αφηγητής = πρόσωπα).
Η πρόσληψη των γεγονότων γίνεται από την παιδική συνείδηση  και η καταγραφή τους από την ώριμη συγγραφέα και έτσι η αφήγηση αποτελεί αναδρομή στο παρελθόν(Θυμούμαι την επιβλητική του παρουσία….. Θυμούμαι μια μέρα….)
Η αφήγηση είναι γεμάτη σχόλια και αξιολογικές κρίσεις(Ήταν αφέντης. Κάποτε τύραννος. Μα ήταν βαθιά ευγενής) καθώς και πολλά περιγραφικά στοιχεία(λεπτό κορμί, σγουρά μαλλιά κ.ά.).
Οι χρόνοι της αφήγησης είναι παρελθοντικοί. Στη 1η ενότητα χρησιμοποιείται κυρίως ο Παρατατικός (δείχνει την επανάληψη κατά το παρελθόν, ν φορές στηνΙστορία,1 φορά στην αφήγηση, θαμιστική αφήγηση).Στη 2η ενότητα στο περιστατικό με το στρειδά, χρησιμοποιείται ο Αόριστος (το μοναδικό γεγονός: μέτρησε, της είπε, ήταν)
Η ενσωμάτωση των λόγων του πατέρα στο τέλος της 1ης παραγράφου(Έ,κάτι εδώ;….)προσθέτει ζωντάνια και δραματικότητα στην αφήγηση.
Στη 2η ενότητα η αφήγηση δίνει τη θέση της στο ζωντανό και παραστατικό διάλογο του πατέρα με τη μητέρα
«Τον πλήρωσες;», ρώτησε η μητέρα, σαν μπήκαμε στην τραπεζαρία...«Ωχ, καημένη γυναίκα! Πώς θα ζήσει και αυτός, αν δεν πληρώσεις τον κόπο του και τον καιρό του;», καλόβουλα είπε ο πατέρας.
Αναφορικά με το χώρο δεν έχουμε συγκεκριμένες αναφορές παρά μόνο στην αρχή του αποσπάσματος(«σαν έμπαινε στο σπίτι»)και στη 2η ενότητα ( «στο καινούριο,δικό μας σπίτι»)
Ως προς το χρόνο των γεγονότων: είναι αόριστα η παιδική ηλικία της Πηνελόπης Δέλτα. Υπάρχει μια χρονική μετατόπιση στο τέλος της 2ης ενότητας (Αργότερα τον γνώρισα και τον εξετίμησα.Ως το τέλος της ζωής του μου έμεινε θεότης απλησίαστος)   όπου τα συγκεκριμένα σχόλια δείχνουν να διατρέχουν ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, μεταγενέστερο από τα παιδικά χρόνια της ηρωίδας.

ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:
Συχνή εναλλαγή επαυξημένων  και σύνθετων  προτάσεων  με κοφτές ή ελλειπτικές προτάσεις:O πατέρας ήταν βίαιος, θυμώδης*, αυθαίρετος, κοτζάμπασης*. Διέταζε.Και οι άλλοι υπήκουαν. Και οι άλλοι υποχωρούσαν.
Η έναρξη αρκετών προτάσεων με το και (προσθήκη) δημιουργεί ιδιαίτερο ύφος: Και ήταν ειλικρινής, και ήταν υπερήφανος, ίσιος, αλύγιστος, αμείλικτος στο ζήτημα «συνείδηση». Και ως το τέλος βάρυνε η θέληση και η τυραννία του στη ζωή μου. Και όμως έμεινε η τελευταία μεγάλη αγάπη της ζωής μου. Και αφού γέμισε η πιατέλα, τα μέτρησε ο πατέρας, μέτρησε πόσα είχε φάγει και του τα πλήρωσε έξι γροσάκια* τη δωδεκάδα, αντί τέσσερα που τα πλήρωναν άλλη φορά. Και λάτρεψα τον πατέρα μου σαν κάτι ανώτερο
Σχήματα λόγου(ενδεικτικά):
Παρομοιώσεις:Σαν λατρεία, σαν θρησκεία, σαν κάτι ανώτερο
Το ασύνδετο: υπερήφανος, ίσιος,  αλύγιστος, αμείλικτος.
http://6ogymnasio.gr/www/Blog/30_

                                    
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...